Εισηγήσεις και προτάσεις από τον Χαράλαμπο Μερακλή.
Με τους διαπληκτισμούς κυβέρνησης – εκπαιδευτικών ήρθε στο προσκήνιο η ταλαιπωρία της δημόσιας εκπαίδευσης που με τις αδυναμίες που την περιτριγυρίζουν λόγω πολλαπλών παθογενειών, νοοτροπιών, ακραίων διεκδικήσεων, γραφειοκρατίας, παραπαιδείας και έλλειψης κυβερνητικών αποφάσεων και στήριξης, έχει απαξιωθεί στη συνείδηση μεγάλης μερίδας της κυπριακής κοινωνίας. Εκείνο που απαιτείται τώρα είναι ένας ουσιαστικός διάλογος για να τεθούν κάτω τα προβλήματα που την ταλανίζουν και με ρεαλιστικές προτάσεις στα σημερινά πλαίσια που θα δίδουν προοπτικές βελτίωσης του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος και πώς θέλουμε τον ρόλο του στο μέλλον.
Οι χιλιοειπωμένες δηλώσεις δεν λύνουν το πρόβλημα σ’ έναν κόσμο που μεταβάλλεται συνέχεια, όπου παράγοντες και συνθήκες διαμορφώνουν ένα οικοσύστημα ευκαιριών ή περιορισμών μέσω του οποίου οι συμμετέχοντες καθορίζουν με τη σκέψη και δράση τους τι είναι κανονικό, λογικό, σύνηθες, φυσιολογικό ή όχι. Γι’ αυτό, σχολεία, πανεπιστήμια, εξειδικευμένα κέντρα που είναι διαμορφωτές της σκέψης και δράσης, μπορούν να καταστούν πρωτοπόροι στην εφαρμογή καινοτόμων προσεγγίσεων που στοχεύουν στην ανάπτυξη ποιοτικού τρόπου σκέψης για τη διαχείριση αλλαγών που επέρχονται και της υιοθέτησης νέων ρόλων στην αντιμετώπιση και ανάληψη προκλήσεων. Αυτά μαζί θα υποβοηθήσουν τους ανθρώπους και τους συμμετέχοντες να χρησιμοποιήσουν το σκεπτικό τους πώς επεξεργάζονται τα δεδομένα στο μυαλό τους, με τα οποία θα καθορισθεί η ικανότητά τους για να αξιοποιήσουν τις παρεχόμενες πληροφορίες ώστε να ξεπερασθούν τα λάθη, οι περιορισμοί, η πίεση και άλλα στοιχεία που τους κρατούν πίσω.
Οι αναλφάβητοι του 21ου αιώνα δεν είναι εκείνοι που δεν μπορούν να διαβάσουν αλλά όλοι εκείνοι που δεν ξεμαθαίνουν για να ξαναμάθουν, σύμφωνα με τον Alvin Toffler. Επίσης σε εποχές κρίσης, καλή επιχείρηση θεωρείται εκείνη η οποία αναπτύσσει πιστούς και αφοσιωμένους εργαζόμενους και δίδοντας σ’ αυτούς έμπρακτες αποδείξεις σε ζωτικά καθημερινά ζητήματα που στοχεύουν στην ικανοποίηση προσωπικών στόχων και επιδιώξεων του προσωπικού της.
Για να ανταποκριθούμε, χρειάζεται φυγή από τη στείρα απομνημόνευση, την επάρατη παπαγαλία και τις κοινωνικά άστοχες γνώσεις, καθ’ ην στιγμήν στο διεθνές επίπεδο αναζητούνται δεξιότητες, γλωσσική κατάρτιση, κριτική και δομημένη σκέψη που θεωρούνται κριτήριο για ένταξη στην αγορά εργασίας. Επιβάλλεται ριζική ανανέωση του περιεχομένου των σπουδών με σύγχρονο περιεχόμενο ως προς τα γνωστικά πεδία, περιορίζοντας συνάμα την ύλη για να υπάρχει μεγαλύτερη εμβάθυνση στα συζητούμενα θέματα. Πέραν τούτων, επιβάλλεται όπως δοθεί τέλος στην απαξίωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης για να καταστεί και τούτη ισότιμη επιλογή για τους νέους, αφού βρίσκεται στην εποχή όπου η ποιότητα της εκπαίδευσης και της οικονομικής αποδοτικότητας είναι παραπάνω από σαφής.
Αναβαθμίζοντας την παιδεία και εκπαίδευσή μας συμβάλλουμε στη δημιουργία νέων καινοτόμων επιχειρήσεων οι οποίες θα αξιοποιήσουν (α) τη γνώση, (β) την τεχνολογική και οργανωτική αναβάθμιση των υφιστάμενων επιχειρήσεων (γ) δίδει την ευκαιρία σε νέους να εργοδοτηθούν, αφού είναι κατάλληλα καταρτισμένοι ή μερικοί από αυτούς θα αυτοαπασχοληθούν επαγγελματικά. Για να λάβουν σάρκα και οστά τα αναφερόμενα απαιτείται συνεχής υποστήριξη και ενσωμάτωση των καλών πρακτικών που υιοθετούνται με βάση τη διεθνή πείρα, πρακτική και από τη δημιουργία των σταθερών μηχανισμών που συνδέονται με την ακαδημαϊκή κοινότητα και τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Με αυτήν τη συνεργασία θα δημιουργηθούν τα κατάλληλα βήματα για έρευνα επιχειρηματικότητα – εμπορική αξιοποίηση.
Το υπάρχον πανεπιστημιακό διδακτικό προσωπικό, μαζί με τους διδασκόμενους φοιτητές, μπορεί να αποτελέσουν τη νησίδα ερευνητικών ομάδων που με την υποστήριξη ενδιαφερομένων επιχειρηματιών να καταστούν μια νέα προστιθέμενη αξία για τον τόπο. Ο σοβαρός και εποικοδομητικός διάλογος, με σοβαρές προτάσεις και εισηγήσεις, μπορεί να γίνει το εναρκτήριο λάκτισμα για ένα νέο ξεκίνημα στην κυπριακή παιδεία που θα δίδει ελπίδα και έμπνευση στους Κύπριους νέους.