Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, επισημαίνει τη σημασία της διατήρησης της κρατικής μας οντότητας.
Την 1η Οκτωβρίου, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, νομίζω έχουμε χρέος να θυμηθούμε και να τιμήσουμε την επέτειο της Ανεξαρτησίας μας. Μια επέτειο, που για μας τους Ελληνοκυπρίους, ίσως θεωρείται ισάξια –αλλά ενδεχομένως και σημαντικότερη– των άλλων τριών: Της 25ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου. Όπως και της 28ης Οκτωβρίου που πλησιάζει.
Για να είμαστε εμείς σήμερα, μετά από 58 ολόκληρα χρόνια, ελεύθεροι, κάτοικοι σε ένα κυρίαρχο κράτος, όπου εμείς κάνουμε κουμάντο –τρόπος του λέγειν– αυτό οφείλεται σε αγώνες και θυσίες κάποιων προηγούμενων γενεών…
Βέβαια, κάθε κράτος, κάθε χώρα, έχει την ιδιομορφία της. Αυτό που μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, είναι το γεγονός ότι εμείς αποτελούμε τμήμα ενός ευρύτερου έθνους. Του ελληνικού έθνους. Είμαστε κομμάτι, μιας μεγαλύτερης οικογένειας.
Όμως, έχουμε μια αδυναμία. Την επισήμανε, πριν αρκετά χρόνια, ο πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, Χρίστος Σαρτζετάκης, που πιθανόν να μείνει γνωστός –πέρα από την εντιμότητά του, ή την ακεραιότητά του ως δικαστής στη γνωστή υπόθεση της δολοφονίας του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη– και για αυτό που είπε: «Είμεθα έθνος ανάδελφον…». Ωστόσο, παραμένουμε προέκταση της Ελλάδος, εθνολογικά, αλλά και πολιτικά, στην εσχατιά τής τόσο νευραλγικής περιοχής της Ανατ. Μεσογείου. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι, ναι, φυλάμε Θερμοπύλες. Χωρίς υπερβολή. Από πόσα κύματα, όμως, πέρασε η Κυπριακή Δημοκρατία; Πόσοι προσπάθησαν να την διαλύσουν; Οι συνωμοσίες για την καταστροφή, ή την εξαφάνισή της, δεν άρχισαν χθες. Είναι, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Με το σχέδιο του καθηγητή Νιχάτ Ερίμ, το 1956, περί επανάκτησης της Κύπρου. Που, με τη βοήθεια, ή τη συνεργασία ντόπιων ανεγκέφαλων –και τη Χούντα των Αθηνών, που κυβερνούσε τότε την Ελλάδα, να δίνει τη χαριστική βολή– έγινε πραγματικότητα το ’74, με τη γνωστή τραγωδία που έπληξε το νησί και ξεσπίτωσε 200.000 Ελληνοκυπρίους.
Αυτή τη διαιρεμένη, καθημαγμένη, διχοτομημένη πατρίδα, αυτό το «κουτσουρεμένο» κράτος, η δική μας γενιά οφείλει να διατηρήσει εν ζωή. Να παρακάμψει ύπουλα, υπονομευτικά σχέδια διάλυσης, που εξυφαίνονται εντός και εκτός Κύπρου.
Δεν συνηθίζω να παρακολουθώ τη στρατιωτική παρέλαση που γίνεται κάθε 1η Οκτώβρη, όταν τιμούμε την Ανεξαρτησία μας. Δεν λέω, ότι δεν χρειάζεται να γίνεται. Χρειάζεται, για να τονώνει το ηθικό ημών, των απλών πολιτών, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει μια στοιχειώδης δύναμη πυρός, που θα αποτρέψει τον Τούρκο από μια ενδεχόμενη προσπάθεια να καταλάβει και τα ελεύθερα εδάφη μας, στον νότο. Σε συζήτηση με έναν Ελλαδίτη σμηναγό, που είχε νυμφευθεί μια Κυπρία οικογενειακή μας φίλη, πριν αρκετά χρόνια στην Αθήνα, θυμάμαι μου είχε πει το εξής: «Η Εθνική Φρουρά, που έχετε εκεί κάτω στην Κύπρο, δεν μπορεί να σας σώσει. Υπάρχει απλώς, για να καθυστερήσει μια πιθανή τουρκική προέλαση, ένα-δυο 24ωρα, μέχρι να επέμβουν οι Μεγάλες Δυνάμεις και να τους σταματήσουν…».
Ας διαφυλάξουμε, λοιπόν, ως κόρην οφθαλμού την κρατική μας οντότητα, ας κλείσουμε τα αφτιά μας σε Σειρήνες που με δόλιο τρόπο επιδιώκουν να μας παγιδεύσουν, σε αμφιβόλου διάρκειας και βιωσιμότητος, άδικες, ετεροβαρείς και θνησιγενείς λύσεις.
Όσο και αν διαφωνούμε με χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Αναστασιάδη, σε εσωτερικά θέματα, νομίζω στο θέμα του Κυπριακού πρέπει να παραμείνουμε ενωμένοι, σαν μια γροθιά. Δεν υπάρχουν περιθώρια διάσπασης του εσωτερικού, λεγόμενου, Μετώπου, στο εθνικό μας πρόβλημα. Ο εχθρός ελλοχεύει.