Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Είναι τυχαίο ότι, μετά τη Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν, επανήλθε αίφνης στο προσκήνιο το θέμα των θαλάσσιων πάρκων; Και μπορεί μια πρωτοβουλία που παρουσιάζεται ως περιβαλλοντική να συνδέεται με τη «Γαλάζια Πατρίδα» αλλά και με τις ευρύτερες επιδιώξεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο;

Δεδομένο είναι ότι τα πάρκα είχαν σχεδιαστεί πολύ πριν από τη Συμφωνία της Μέκκας. Η σημασία, όμως, της χρονικής συγκυρίας βρίσκεται αλλού: στη στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα προχωρά στην εφαρμογή τους, η Τουρκία απαντά με δικούς της χάρτες και προστατευόμενες περιοχές και ενισχύει, μέσω της νέας συμφωνίας, τη θέση της σε ένα ευρύτερο περιφερειακό στρατιωτικό σχήμα.

Το θέμα, επομένως, δεν είναι εάν η μία εξέλιξη προκάλεσε την άλλη. Είναι ότι αποτελούν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας νέας πραγματικότητας: της προσπάθειας της Άγκυρας να αυξήσει, σε διάφορα επίπεδα πλέον, ταυτόχρονα και σε όλες τις περιοχές γύρω της, το στρατηγικό της βάθος. Κι αν μιλάμε για το Αιγαίο, η διεκδίκησή της επεκτείνεται από εκεί στην Κύπρο και στο Ισραήλ, αφού συνδέει τον έλεγχο των θαλάσσιων ζωνών με την ενέργεια, τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις νέες περιφερειακές συμμαχίες.

Πού, πόσο και τι σημαίνουν

Η Ελλάδα προχωρά στη δημιουργία ενός πάρκου στο Ιόνιο, έκτασης περίπου 18.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, και ενός δεύτερου στις νότιες Κυκλάδες, έκτασης περίπου 9.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Με την ολοκλήρωσή τους, περισσότερο από το 35% των ελληνικών χωρικών υδάτων θα βρίσκεται υπό καθεστώς προστασίας.

Στα πάρκα θα απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η αλιεία με μηχανότρατες βυθού, ενώ προβλέπεται η παρακολούθηση των περιοχών με δορυφόρους, ραντάρ, μη επανδρωμένα μέσα και τη συνδρομή των λιμενικών Αρχών. Η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως μέρος της δέσμευσής της για προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέχρι το 2030.

Το πάρκο στο Ιόνιο δεν προκάλεσε σοβαρές εξωτερικές αντιδράσεις. Διαφορετική, όμως, είναι η κατάσταση στο Αιγαίο. Το πάρκο των νοτίων Κυκλάδων περιλαμβάνει θαλάσσιες περιοχές γύρω από τη Λέβιθα, την Κίναρο και μικρότερες νησίδες, τις οποίες η Τουρκία συνδέει με τη θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών».

Η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική θέση και υποστηρίζει ότι η κυριαρχία επί των νησιών και των νησίδων καθορίζεται σαφώς από τις διεθνείς συνθήκες. Τα όρια του πάρκου βρίσκονται, σύμφωνα με την Αθήνα, εντός των υφιστάμενων ελληνικών χωρικών υδάτων.

Άσκηση κυριαρχίας

Αυτό είναι σημαντικό και για τη νομική διάσταση του θέματος. Ένα θαλάσσιο πάρκο δεν δημιουργεί κυριαρχία, δεν επεκτείνει τα χωρικά ύδατα και δεν καθορίζει από μόνο του ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα. Αποτελεί, όμως, άσκηση της δικαιοδοσίας που ήδη διαθέτει ένα κράτος στην περιοχή: θεσπίζει κανόνες, επιβάλλει περιορισμούς, πραγματοποιεί ελέγχους και προστατεύει το περιβάλλον.

Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι τα πάρκα έχουν και πολιτική σημασία. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει υποστηρίξει ότι ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός και τα πάρκα ενισχύουν στην πράξη την άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας. Δεν εξαφανίζουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, αλλά δείχνουν ότι η Ελλάδα διοικεί κανονικά τις συγκεκριμένες περιοχές της και δεν τις θεωρεί αδιευκρίνιστες.

Η τουρκική αντίδραση ήρθε αμέσως μετά την ανακοίνωση των ορίων. Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησε την Ελλάδα ότι χρησιμοποιεί την προστασία του περιβάλλοντος για να προωθήσει τις θέσεις της στις «αλληλένδετες διαφορές του Αιγαίου», έναν όρο ο οποίος προσδίδει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο την ουσία, την πολυπλοκότητα αλλά και τον κίνδυνο. Η Τουρκία επανέφερε, παράλληλα, τον ισχυρισμό ότι υπάρχουν νησιά και νησίδες των οποίων η κυριαρχία δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών.

Η αντίδραση της Άγκυρας σαφώς και δεν ήταν ανακοινωσιακού τύπου. Η Τουρκία παρουσίασε τον δικό της θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και στη συνέχεια ανακοίνωσε δύο δικές της προστατευόμενες περιοχές. Η μία βρίσκεται στο βόρειο Αιγαίο, δυτικά της Ίμβρου και της Τενέδου, ανάμεσα στη Σαμοθράκη και τη Λήμνο. Η δεύτερη βρίσκεται στην Ανατολική Μεσόγειο, στην περιοχή Φετιγιέ – Κας, απέναντι από τη Ρόδο και κοντά στο Καστελλόριζο.

Η επιλογή των περιοχών δεν θεωρείται τυχαία και σίγουρα δεν είναι πρωτοφανής. Ο τουρκικός σχεδιασμός αποτυπώνει την πάγια θέση της Άγκυρας ότι ορισμένα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα το Καστελλόριζο, δεν μπορούν να παράγουν πλήρη επήρεια σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Με τον τρόπο αυτό, ένα μέτρο που παρουσιάζεται επίσης ως περιβαλλοντικό εντάσσεται στην τουρκική διεκδίκηση για τις θαλάσσιες ζώνες.

Η σύνδεση με τη «Γαλάζια Πατρίδα» έγινε από την ίδια την τουρκική πλευρά. Το τουρκικό Κέντρο Έρευνας Θαλάσσιου Δικαίου, το οποίο συμμετείχε στην προετοιμασία του σχεδιασμού, παρουσίασε τον σχετικό χάρτη ως απόδειξη της ενίσχυσης της «Γαλάζιας Πατρίδας», και αυτό είναι λογικό, καθώς το δόγμα αυτό δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στις γύρω θάλασσες. 

Περιλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τις θαλάσσιες ζώνες, τις έρευνες, την ενέργεια, την αλιεία, τις στρατιωτικές ασκήσεις και τη χρήση των θαλάσσιων διαδρόμων.

Ούτε ο ελληνικός ούτε και ο τουρκικός χωροταξικός σχεδιασμός έχουν, βεβαίως, την ισχύ διεθνούς συμφωνίας οριοθέτησης. Η ερμηνεία που δόθηκε σε ανάρτηση του τουρκικού χάρτη σε τεχνική πλατφόρμα της UNESCO είναι λανθασμένη, καθώς δεν σημαίνει ότι η UNESCO αναγνώρισε τις τουρκικές διεκδικήσεις. Ούτε μπορεί η Άγκυρα, με έναν εθνικό χάρτη, να καθορίσει μονομερώς τα όρια της υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ της.

Οι χάρτες, ωστόσο, έχουν πολιτική και επιχειρησιακή χρησιμότητα. Δημιουργούν επίσημα σημεία αναφοράς τα οποία μπορούν αργότερα να χρησιμοποιηθούν σε διαπραγματεύσεις, αδειοδοτήσεις ερευνών, NAVTEX, στρατιωτικές ασκήσεις ή επιχειρήσεις ερευνητικών σκαφών. Κάθε πλευρά προσπαθεί, ουσιαστικά, να αποτυπώσει και να εφαρμόσει τη δική της αντίληψη για τον θαλάσσιο χώρο.

Γι’ αυτό είναι που επιβάλλεται κανείς να προσέξει τις πρόσφατες δηλώσεις του Χακάν Φιντάν. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών έχει μιλήσει για μια «ιστορική ευκαιρία» οριστικής επίλυσης των προβλημάτων του Αιγαίου, υποστηρίζοντας ότι οι διερευνητικές επαφές δεν αρκούν.

Το πρόβλημα παραμένει ότι οι δύο χώρες διαφωνούν ακόμη και για το τι ακριβώς πρέπει να συζητηθεί. Η Αθήνα αναγνωρίζει ως μόνη ελληνοτουρκική διαφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Η Άγκυρα θέλει μια συνολική διαπραγμάτευση η οποία θα περιλαμβάνει τα χωρικά ύδατα, τον εναέριο χώρο, την αποστρατιωτικοποίηση νησιών και την κυριαρχία νησίδων.

Ο ρόλος τηςΜέκκας

Η Συμφωνία της Μέκκας δεν μεταβάλλει το νομικό μέρος αυτής της διαφοράς. Προσθέτει, όμως, μια νέα παράμετρο στον περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Η συμφωνία προβλέπει ότι επίθεση εναντίον της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας ή του Πακιστάν θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Ο Φιντάν τη συνέκρινε, ως προς τη διατύπωση, με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας ότι δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένης χώρας.

Η συνεργασία θα περιλαμβάνει κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, αεράμυνα, μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο, τεχνητή νοημοσύνη, κοινή παραγωγή οπλικών συστημάτων και μεταφορά τεχνολογίας. Η Τουρκία διαθέτει σημαντική αμυντική βιομηχανία και επιχειρησιακή εμπειρία, το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη και η Σαουδική Αραβία μπορεί να διαθέσει τα κεφάλαια που απαιτούνται για την ανάπτυξη νέων συστημάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία ή το Πακιστάν θα στηρίξουν στρατιωτικά την Τουρκία σε μια κρίση για τα θαλάσσια πάρκα ή για κάποια άλλη ελληνοτουρκική διαφορά. Μια αντιπαράθεση την οποία θα προκαλούσε η ίδια η Άγκυρα δεν θα ενεργοποιούσε αυτομάτως τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας. Εξάλλου, η Σαουδική Αραβία διατηρεί, επίσης, σημαντικές σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο. Όπως και υπογείως περισσότερο με το Ισραήλ.

Η βασική συνέπεια είναι άλλη. Μέσω της συμφωνίας η Τουρκία αποκτά, κατ’ αρχάς, πρόσθετη χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία και η χρηματοδότηση αυτή αφορά την πολεμική της βιομηχανία και την ανάπτυξή της. Μιλάμε για νέες δυνατότητες κοινής παραγωγής και μεγαλύτερη δυνατότητα να διατηρεί στρατιωτική παρουσία σε περισσότερες περιοχές. Ενισχύεται, επομένως, η διαπραγματευτική της θέση και όχι κάποιο υποτιθέμενο δικαίωμα επί του Αιγαίου.

Ο άξονας με Ινδία

Το ερώτημα είναι κατά πόσον μπορεί να δημιουργηθεί απέναντι σε αυτή τη συνεργασία ένας άξονας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ινδίας. Ως επίσημη συμμαχία αμοιβαίας άμυνας, το σενάριο δεν θεωρείται σήμερα ιδιαίτερα ρεαλιστικό. Η Ινδία και τα Εμιράτα διατηρούν σημαντικές σχέσεις τόσο με τη Σαουδική Αραβία όσο και με την Τουρκία και δεν έχουν λόγο να ενταχθούν σε έναν καθαρά αντιτουρκικό συνασπισμό.

Ως δίκτυο πρακτικής συνεργασίας, όμως, το σχήμα υπάρχει ήδη σε μεγάλο βαθμό. Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ πραγματοποιούν κοινές ασκήσεις, συνεργάζονται στην εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και συντονίζονται σε ζητήματα ενέργειας, ασφάλειας και προστασίας υποδομών. Η Ινδία συμμετέχει στον σχεδιασμό του οικονομικού διαδρόμου Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (IMEC), ενώ τα Εμιράτα μπορούν να προσφέρουν χρηματοδότηση και πρόσβαση στον Κόλπο.

Η πιθανότερη εξέλιξη, συνεπώς, δεν είναι η δημιουργία ενός δεύτερου στρατιωτικού συνασπισμού κατά τα πρότυπα της Μέκκας ή άλλως πως. Είναι η ενίσχυση ενός πιο ευέλικτου πλέγματος συνεργασιών στην επιτήρηση, στην αεράμυνα, στην κυβερνοασφάλεια, στις κοινές ασκήσεις και στην προστασία ενεργειακών, ηλεκτρικών και εμπορικών υποδομών.

Η σημασία των θαλάσσιων πάρκων, επομένως, υπερβαίνει την περιβαλλοντική τους διάσταση. Αποτελούν ακόμη μία πράξη ελληνικής παρουσίας και άσκησης αρμοδιοτήτων σε μια περιοχή όπου κάθε κίνηση αποκτά στρατηγικό βάρος. Η περίοδος των «ήρεμων νερών» δεν έλυσε τις διαφορές· απλώς μετέφερε προσωρινά την αντιπαράθεση από τα πολεμικά πλοία στους χάρτες. Μέχρι τη στιγμή που οι χάρτες θα ξαναβγάλουν τα πλοία στη θάλασσα.