Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η τραπεζική αγορά τον Αύγουστο του 2026 χαρακτηριζόταν από διαφορετικές εικόνες: οι δανειολήπτες απολάμβαναν ανταγωνιστικά επιτόκια (κάτω από τον διάμεσο της Ευρωζώνης), την ώρα που οι καταθέτες υφίσταντο τις χαμηλότερες αποδόσεις στην Ευρώπη, λόγω της υπερβάλλουσας τραπεζικής ρευστότητας.

Παράλληλα, καταγράφεται κατακόρυφη πτώση στις καθαρές νέες χρηματοδοτήσεις, ενώ οι πελάτες θωρακίζονται έναντι του επιτοκιακού κινδύνου, εγκαταλείποντας μαζικά τα κυμαινόμενα επιτόκια.

Πιο συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Κεντρική Τράπεζα, η σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς. Το κόστος εξυπηρέτησης των παλαιών δανείων έχει συγκλίνει απόλυτα με την Ευρώπη.

Στα νοικοκυριά είναι στο -0,1% (οριακά κάτω από τον διάμεσο της Ευρωζώνης) και στις επιχειρήσεις στο +0,3%.

Στα νέα δάνεια η τιμολόγηση ήταν άκρως ελκυστική, με τα νέα στεγαστικά στο -0,2% και τα νέα εταιρικά στο -0,1% κάτω από τον ευρωπαϊκό διάμεσο. Τα επιτόκια καταθέσεων είναι από  τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη και η αιτία εντοπίζεται στην υπερβάλλουσα ρευστότητα: Ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) στην Κύπρο εκτοξεύθηκε στο 313%, έναντι ευρωπαϊκού διαμέσου μόλις 182% (στοιχεία Ιουνίου 2026) και οι τράπεζες, έχοντας πλεόνασμα ρευστότητας, δεν έχουν κίνητρο να ανταγωνιστούν για τις καταθέσεις των πολιτών.

Οι τάσεις στα επιτόκια νέων συμβάσεων (συμπεριλαμβανομένων των επαναδιαπραγματεύσεων) κινήθηκαν με διαφορετικές ταχύτητες ανά κατηγορία σύμφωνα με τα στοιχεία:

◗ Καταθέσεις νοικοκυριών (έως 1 έτος): Σημείωσαν άνοδο στο 1,35% (από 1,27% τον προηγούμενο μήνα).

◗ Εταιρικές Καταθέσεις: Παρέμειναν καθηλωμένες στο 1,56%.

◗ Καταναλωτικά Δάνεια: Αυξήθηκαν στο 7,12% (από 6,94%).

◗ Στεγαστικά Δάνεια: Σκαρφάλωσαν στο 4,16% (από 3,78%), επηρεασμένα από τη μεταβολή στη σύνθεση του χαρτοφυλακίου (πρώτη κατοικία, εξοχικά κ.λπ.).

◗ Επιχειρηματικά Δάνεια: Αντίθετα με τα ιδιωτικά, τα επιτόκια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες μειώθηκαν σε όλες τις κατηγορίες:

◗ Για ποσά έως €1 εκατ.: Μειώθηκε οριακά στο 4,45% (από 4,47%).

◗ Για ποσά άνω του €1 εκατ.: Κατέγραψε σημαντική πτώση στο 3,67% (από 4,29%).

Περιορισμένα τα δάνεια

Η ζήτηση για νέο δανεισμό υπέστη σοκ, με τις καθαρές νέες ροές (εξαιρουμένων των επαναδιαπραγματεύσεων) να υποχωρούν στα €251,4 εκατ. (έναντι €390,1 εκατ. συνολικών νέων συμβάσεων). Το μεγαλύτερο πλήγμα δέχθηκαν τα μεγάλα εταιρικά δάνεια άνω του €1 εκατ., τα οποία μειώθηκαν στο μισό (-52,6%), αν και εμφάνισαν το υψηλότερο ποσοστό επαναδιαπραγματεύσεων (€101,1 εκατ.). Στην κατηγορία των στεγαστικών δανείων, ένα αξιοσημείωτο μέρος της αγοράς κινήθηκε μέσω της οδού της επαναδιαπραγμάτευσης των υφιστάμενων όρων και μέσω νέων αιτήσεων. Η  καθαρή ζήτηση (νέα δάνεια) διαμορφώθηκε στα €114,4 εκατ., σημειώνοντας πτώση 23,5% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα (€149,5 εκατ.).

Οι επαναδιαπραγματεύσεις κάλυψαν το 19,4% της συνολικής μηνιαίας δραστηριότητας στα στεγαστικά. Αυτό επιβεβαιώνει ότι οι δανειολήπτες προσπάθησαν ενεργά να κλειδώσουν σταθερά επιτόκια (3-5 ετών) στα υφιστάμενα δάνειά τους για να προστατευτούν, αντί να προχωρήσουν σε αγορά νέου ακινήτου. Σε αντίθεση με τα στεγαστικά, η αγορά των καταναλωτικών δανείων κινείται σχεδόν αποκλειστικά από την καθαρή νέα ζήτηση, με τις επαναδιαπραγματεύσεις να είναι αμελητέες.  Η καθαρή ζήτηση (νέα δάνεια) έφτασε τα €19,3 εκατ. τον Αύγουστο, παρουσιάζοντας επίσης μείωση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα (€23,9 εκατ.). Επίσης μόλις €1,4 εκατ. (η διαφορά από το σύνολο των €20,7 εκατ. νέων συμβάσεων) αφορούσαν τροποποιήσεις υφιστάμενων καταναλωτικών δανείων.

Η στροφή στο σταθερό επιτόκιο

Η σημαντικότερη ποιοτική μεταβολή αφορά τη διαχείριση κινδύνου από την πλευρά των δανειοληπτών, οι οποίοι γύρισαν την πλάτη στα κυμαινόμενα επιτόκια. Στην στεγαστική πίστη, από το 100% στις αρχές του 2022, το ποσοστό των νέων στεγαστικών με κυμαινόμενο επιτόκιο έκανε βουτιά στο 12 % τον Αύγουστο του 2026 (κάτω από τον διάμεσο της Ευρωζώνης).

Στο σύνολο της αγοράς (ιδιώτες & επιχειρήσεις),  το συνολικό ποσοστό κυμαινόμενου επιτοκίου υποχώρησε από το 100% στο 55,9%. Η στροφή αυτή καθοδηγείται από υβριδικά προϊόντα (π.χ. σταθερό επιτόκιο για τα πρώτα 3-5 έτη και μετά μετατροπή σε κυμαινόμενο), γεγονός που αλλάζει ριζικά τον χάρτη διαχείρισης κινδύνων για τις τράπεζες.