Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠριν ξαναγράψουν το «Fauda», έπρεπε να μπορέσουν να ξαναδουλέψουν, θυμάται η Λίατ Μπενασούλι Αμίτ. Και ξεκινά την αφήγηση από την περίοδο αμέσως μετά την 7η Οκτωβρίου: «Τους πρώτους τρεις μήνες ουσιαστικά δεν δουλεύαμε. Ήμασταν μουδιασμένοι». Η τηλεόραση είχε μπει στην άκρη. Άνθρωποι της παραγωγής και καλλιτέχνες πήγαιναν στον νότο, αναζητώντας τρόπους να βοηθήσουν. Δεν συζητούσαν ακόμη πώς θα χωρούσαν όσα συνέβαιναν σε μια σειρά. «Είπαμε: τώρα δεν μιλάμε για τηλεόραση».
Έξι περίπου μήνες πριν από την επίθεση, εξιστορεί η παραγωγός της ισραηλινής σειράς – φαινόμενο, η ομάδα είχε ήδη διαμορφώσει την κατεύθυνση της πέμπτης σεζόν. Το υλικό δεν ήταν έτοιμο για γυρίσματα, αλλά γενικά πίστευαν ότι είχαν βρει την ιστορία τους. «Νομίζαμε ότι είχαμε την πέμπτη μας σεζόν», λέει χαρακτηριστικά.
Επιστρέφοντας όμως στο δωμάτιο των σεναριογράφων, κατάλαβαν πως αυτή η βεβαιότητα δεν υπήρχε πια. Στη θέση της μάλιστα, υπήρχε μια άλλη: ότι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την 7η Οκτωβρίου. Απευθύνθηκαν στη Yes Studios, εκεί όπου, όπως εξηγεί, αναπτύσσεται η σειρά στο Ισραήλ πριν πάει το Netflix. Η συζήτηση δεν αφορούσε μια επιμέρους αλλαγή στην πλοκή, αλλά την αφετηρία ολόκληρης της σεζόν. «Πετάξαμε τα πάντα και ξεκινήσαμε από την αρχή».

Τηλεόραση, όχι χασμπάρα
Ακολούθησε ένας χρόνος δουλειάς. Δεν διστάζει να απαντήσει στο ερώτημα που της θέτω είναι αν πρόκειται για τη σημαντικότερη σεζόν της σειράς, στη λογική του τι προείχε για την παραγωγή: η ψυχαγωγία, η μαρτυρία ή η προσπάθεια να καταλάβει ο κόσμος την ισραηλινή εμπειρία εκείνης της ημέρας; «Κάνουμε τηλεόραση. Δεν κάνουμε χασμπαρά», απαντά διαχωρίζοντας έτσι τη δημιουργία της σειράς από την επικοινωνιακή υπεράσπιση των ισραηλινών θέσεων. «Ήταν όμως σημαντικό να πούμε την ιστορία μας. Νιώθαμε ότι ήταν η σημαντικότερη ιστορία που είχαμε να πούμε».
Για την ίδια, λοιπόν και τους υπόλοιπους δημιουργούς, το θέμα ήταν πως η διεθνής συζήτηση είχε μετακινηθεί πολύ γρήγορα σε όσα έκανε το Ισραήλ στη Γάζα. Αισθάνονταν ότι η δική τους εμπειρία ξεχνιόταν προτού γίνει καν κατανοητή. «Όλοι μας γνωρίζουμε κάποιον που ήταν εκεί», λέει. Η απόσταση ανάμεσα σε εκείνο που ζούσαν και σε εκείνο που έφτανε στον υπόλοιπο κόσμο τούς έκανε να νιώθουν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να το αφηγηθούν.
Και το ξεκαθαρίζει εκ νέου: «Δεν υπερασπίζομαι αυτή την κυβέρνηση. Αυτήν ειδικά όχι. Αυτό δεν θα το ακούσεις από μένα», τονίζει. Μιλά για μια αποστολή που ένιωθαν ότι είχαν ως Ισραηλινοί και ως άνθρωποι, όχι ως εκφραστές πολιτικής. Η δική τους δουλειά, υπογραμμίζει, ήταν η δημιουργία. «Στον πολιτισμό δεν λες στους ανθρώπους τι να σκεφτούν. Θέλεις να νιώσουν αυτό που νιώθεις». Αυτή είναι, λέει, η δική της αντίληψη για τον ρόλο του.
Περιγράφει δε την ανταπόκριση ανθρώπων που δεν είναι ούτε Ισραηλινοί ούτε Εβραίοι και δεν έχουν δεσμούς με το Ισραήλ ή το εβραϊκό έθνος: «Δεν ξέραμε ότι συνέβη αυτό, μας λέμε. Δεν είχαμε ιδέα». Για τη Λίατ τέτοιες αντιδράσεις επιβεβαιώνουν πόσο σημαντικό ήταν να ειπωθεί η ιστορία. Και το «Fauda» διέθετε ήδη κάτι πολύτιμο: χαρακτήρες με τους οποίους είχαν συνδεθεί θεατές σε διαφορετικές χώρες. Μέσα από αυτούς ήθελαν να μεταφέρουν την εμπειρία τους. Δεν άρχιζαν μια καινούργια σχέση με το κοινό, εξηγεί.

Πίσω στην 7/10
Η επιστροφή στην ίδια την ημέρα της επίθεσης, ωστόσο, δεν ήταν η αρχική πρόθεση της παραγωγής. Η νέα ιστορία τοποθετήθηκε χρονικά δύο χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου. Ύστερα ο επικεφαλής των σεναριογράφων πρότεινε να γυρίσουν πίσω. «Όχι, όχι. Είναι πολύ δύσκολο. Κανείς δεν θέλει να το δει», ήταν η πρώτη αντίδραση που θυμάται. Η σκέψη ότι θα ζητούσαν από τους Ισραηλινούς θεατές να ξαναζήσουν το τραύμα τους έκανε την απόφαση δύσκολη.
Μιλά για την εξάντληση που φέρνει το τραύμα. Όμως, η συζήτηση δεν μπορούσε να σταματήσει στην πρώτη άρνηση. Όσο προχωρούσε, τόσο αισθάνονταν, αναφέρει, ότι η επιστροφή στην 7/10 ήταν αναγκαία. Έτσι κατέληξαν ότι ήταν πολύ σημαντικό να αφηγηθούν εκείνη την ημέρα. Και έτσι προέκυψαν τα δύο επεισόδια του κύκλου που επιστρέφουν στην 7η Οκτωβρίου. «Είμαι πολύ περήφανη που πήραμε αυτή την απόφαση», ομολογεί.
Στην αφήγησή της συναντώνται δύο διαφορετικές σχέσεις με την ίδια ιστορία: εκείνη του ανθρώπου που λέει ότι δεν γνώριζε και εκείνη του ανθρώπου που δεν αντέχει να επιστρέψει σε όσα έζησε. Η ανάγκη να φτάσει η ισραηλινή εμπειρία στο εξωτερικό συνυπάρχει με την ανησυχία για το κοινό στο ίδιο το Ισραήλ. Η απόφαση να γυριστούν τα επεισόδια δεν εξαφάνισε τη δυσκολία.
Καμιά και όλες μαζί
Στα επεισόδια επτά και οκτώ, λοιπόν, αυτά για την 7/10 η δυσκολία δεν ήταν μόνο τι θα έδειχναν, αλλά και τίνος την ιστορία θα έλεγαν. Τη ρωτώ, λοιπόν, πού έβαλαν το όριο ανάμεσα στη μαρτυρία και την τηλεοπτική δραματουργία. Το συζητούσαμε συνεχώς, παραδέχεται. Και τελικά; Τελικά, δεν πήραν αυτούσια την εμπειρία μιας γυναίκας ή μιας οικογένειας για να τη μετατρέψουν σε σενάριο. Άκουσαν, όπως λέει, ίσως περισσότερες από χίλιες ιστορίες και συνδύασαν στοιχεία τους.
Σε μια πρόταση; «Είναι όλα αληθινά, αλλά είναι όλα μυθοπλασία». Έτσι συνέθεσαν τις ιστορίες της σειράς από πραγματικά περιστατικά, χωρίς να αντιγράφουν μία προς μία συγκεκριμένες ζωές. «Δεν θέλαμε καμία οικογένεια στο Ισραήλ να αισθανθεί ότι πήραμε τη δική της ιστορία. Είναι κάτι τόσο προσωπικό». Η αλήθεια στα γεγονότα και ο σεβασμός στην ιδιωτικότητα ήταν τα δύο ζητούμενα που προσπάθησαν, λέει, να κρατήσουν μαζί.
«Πήραμε, λοιπόν, στοιχεία από όλες αυτές τις ιστορίες», συνεχίζει. Ένα στοιχείο από τη μια αφήγηση, ένα άλλο από την επόμενη: η σύνθεση δεν αντιστοιχεί στη διαδρομή μιας συγκεκριμένης οικογένειας, παρόλα αυτά όπως τονίζει, παραμένει κοντά στα γεγονότα. Προσθέτει μάλιστα ότι στην πραγματικότητα συνέβησαν και πολύ χειρότερα.
Έχοντας δει τη σειρά αλλά και υλικό από τα πραγματικά γεγονότα το οποίο δεν δημοσιοποιήθηκε, μπορώ όχι μόνο να επιβεβαιώσω αυτό που λέει αλλά και να πω πως, το «πολύ χειρότερα» είναι στα όρια του ευφημισμού σ’ αυτή την περίπτωση.

Οι όμηροι
Στους ομήρους, η δυσκολία είχε και μια πρόσθετη διάσταση: όταν έγραφαν, δεν γνώριζαν ποια θα ήταν η έκβαση της πραγματικής ιστορίας. Τους ρωτούσαν συχνά γιατί δεν ασχολήθηκαν με το θέμα. Περιγράφοντας το σκεπτικό τους εκείνη την περίοδο, απαντά: «Όσο οι όμηροι βρίσκονταν εκεί, λέγαμε, δεν μπορούσαμε να το αγγίξουμε αυτό. Ήταν πολύ ευαίσθητο και πολύ σημαντικό». Δεν ήξεραν αν θα είχαν επιστρέψει ή τι θα είχαν απογίνει όταν η σειρά θα έφτανε στην οθόνη. Δεν παρουσιάζει τον χειρισμό τους ως αδιαμφισβήτητα επιτυχημένο. «Ελπίζω ότι το αντιμετωπίσαμε με ευαισθησία και υπευθυνότητα», λέει.
Μένει το ερώτημα της συνέχειας. Θα είναι τηλεοπτική, κινηματογραφική ή η πέμπτη σεζόν κλείνει τον κύκλο; Η Λίατ Μπενασούλι Αμίτ δεν ανακοινώνει ούτε νέα σεζόν ούτε ταινία. «Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω. Το συζητάμε μεταξύ μας». Η επιθυμία για συνέχεια υπάρχει, λέει. Αλλά ως εκεί. Το βασικό κριτήριο που θέτει για έναν επόμενο κύκλο είναι η ίδια η ιστορία: «Να υπάρχει μια ιστορία που θα θέλουμε να πούμε».
Οι Άραβες και ο πόνος των Ισραηλινών
Τη ρωτώ για την ανταπόκριση σε αραβικές χώρες, ειδικά στον Λίβανο όπου βρέθηκε στην κορυφή του NETFLIX. Εκεί κοντά βρέθηκε και σε άλλες αραβικές χώρες. Πώς μπορεί να προσελκύει Άραβες θεατές μια τόσο προσωπική αφήγηση του ισραηλινού πόνου; Λίατ Μπενασούλι Αμίτ πιστεύει ότι η αρχική έλξη είναι η περιέργεια. «Έπειτα βλέπουν το δράμα, βλέπουν τους χαρακτήρες που αγαπούν και πηγαίνουν μαζί με την ιστορία». Τη συναρπάζει η δυνατότητα μιας σειράς να δημιουργεί μια τέτοια σύνδεση. Δεν ταυτίζει, άλλωστε, τις σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων με τα αισθήματα των ανθρώπων. «Δεν είμαι βέβαιη ότι οι Λιβανέζοι μας μισούν. Δεν πιστεύω ούτε ότι οι Ισραηλινοί μισούν τους Λιβανέζους». Όμως ακόμη περισσότερο τη συγκίνησε η ανταπόκριση στην Ευρώπη, εξηγεί. Περιγράφει το αρνητικό κλίμα απέναντι στο Ισραήλ και τον φόβο ότι θα απομάκρυνε τους θεατές. «Σκέφτηκα ότι ίσως μετά την 7η Οκτωβρίου να μη θέλουν πια να τη δουν». Η σειρά ήταν ισραηλινή, οι δημιουργοί της Ισραηλινοί, η αφήγησή της ισραηλινή. Γι’ αυτό και η συνεχιζόμενη αποδοχή είχε για εκείνη ξεχωριστό βάρος. Γιατί όμως; «Μια καλή, αληθινή ιστορία, που έρχεται από την καρδιά, βρίσκει ανταπόκριση παντού», μου λέει. Όταν της μεταφέρω την κριτική κάποιων ότι οι Παλαιστίνιοι στη σειρά εμφανίζονται με λιγότερες αποχρώσεις από ό,τι στους προηγούμενους κύκλους, απαντά ότι «μπορεί να έχουν δίκιο». «Δεν λέμε ότι η 7η Οκτωβρίου δεν μας επηρέασε ως Ισραηλινούς», σημειώνει και περιγράφει τη δυσκολία να αποδώσουν την ίδια πολυπλοκότητα όπως στις τέσσερις προηγούμενες σεζόν. «Μπορώ να καταλάβω αυτή την κριτική», επαναλαμβάνει.
Ταυτόχρονα, θυμίζει ότι η σειρά έδειχνε πάντοτε και τους Παλαιστινίους χαρακτήρες ως ανθρώπους με αισθήματα, που αγαπούν τις γυναίκες τους, που έχουν προσωπική ζωή. Πιστεύει ότι αυτό παραμένει. Αναφέρει ενδεικτικά έναν χαρακτήρα που έχει παντρευτεί στη Γαλλία και έχει αρχίσει μια νέα ζωή. «Υπάρχει όμως και το παρελθόν», προσθέτει. Και η απάντησή της δεν διεκδικεί καμία απόσταση από την κοινή ιστορία, το κοινό τραύμα της θηριωδίας για τη χώρα της. «Δεν απολογούμαστε γι’ αυτό», τονίζει. «Είμαστε Ισραηλινοί».