Σε οριακό σημείο φαίνεται να βρίσκονται οι σχέσεις του καγκελάριου της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μετά από δηλώσεις του πρώτου για τον πόλεμο στο Ιράν που προκάλεσαν έντονη αντίδραση από την Ουάσιγκτον και επανέφεραν σενάρια αποχώρησης αμερικανικών δυνάμεων από τη Γερμανία.
O Γερμανός καγκελάριος ξόδεψε μήνες περπατώντας σε τεντωμένο σκοινί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Τώρα, φαίνεται πώς χάνει την ισορροπία του, περιγράφει το Politico την κρίση στις σχέσεις των δύο ηγετών.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μερτς είχε επιλέξει να κάνει περισσότερες παραχωρήσεις από άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, θεωρώντας κρίσιμη τη διατήρηση καλών σχέσεων με την Ουάσιγκτον. Παράλληλα όμως, η αυξανόμενη πολιτική πίεση στο εσωτερικό της χώρας τον οδήγησε σε πιο έντονη κριτική απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο, που είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στη γερμανική κοινή γνώμη.
Η ένταση κορυφώθηκε μετά από τοποθέτηση του Μερτς σε σχολείο, όπου υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ταπεινώνονται» από το ιρανικό καθεστώς. Η δήλωση αυτή προκάλεσε άμεση αντίδραση από τον Τραμπ, ο οποίος, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, επιτέθηκε στον καγκελάριο και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αποχώρησης αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία, ένα σενάριο που αποτελεί στρατηγικό εφιάλτη για το Βερολίνο.
Ο Μερτς επιχείρησε να υποβαθμίσει την αντιπαράθεση, διαβεβαιώνοντας από γερμανικό στρατιωτικό πεδίο ασκήσεων ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους του ΝΑΤΟ παραμένει ισχυρή. «Εργαζόμαστε από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους μας σε στρατηγικά κρίσιμες τοποθεσίες» δήλωσε, προσθέτοντας ότι η ενίσχυση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων γίνεται «προς αμοιβαίο όφελος και για την εμβάθυνση του διατλαντικού δεσμού».
Ο ίδιος φαίνεται να πόνταρε στο ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης της έντασης, εκτιμώντας ότι ο Τραμπ δεν θα προχωρήσει τελικά σε υλοποίηση των απειλών του, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν με άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία.
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος συνέχισε τις επιθέσεις, κατηγορώντας τον Μερτς ότι θα έπρεπε να επικεντρωθεί στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και στα εσωτερικά προβλήματα της Γερμανίας, όπως η μετανάστευση και η ενέργεια, αντί να παρεμβαίνει σε ζητήματα που αφορούν την αντιμετώπιση της ιρανικής πυρηνικής απειλής.
Η ένταση αυτή σηματοδοτεί σημαντική αλλαγή στο κλίμα μεταξύ των δύο ηγετών, καθώς στο παρελθόν ο Τραμπ είχε εκφραστεί θετικά για την κυβέρνηση Μερτς, ενώ σε συνάντησή τους στον Λευκό Οίκο τον είχε χαρακτηρίσει «φίλο» που κάνει «πολύ καλή δουλειά». Η στρατηγική του Γερμανού καγκελάριου βασιζόταν στην αποφυγή δημόσιας αντιπαράθεσης, ώστε να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας και να επηρεάζει παρασκηνιακά τις αμερικανικές αποφάσεις.
ΚλείσιμοΣύμφωνα με το Politico, η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει τη συνολική στρατηγική της Γερμανίας απέναντι στις ΗΠΑ, σε μια περίοδο που οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται. Παρά τις προσπάθειες μείωσης της εξάρτησης από την Ουάσιγκτον σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, το Βερολίνο εξακολουθεί να θεωρεί απαραίτητη την αμερικανική στήριξη, ιδίως στον τομέα της πυρηνικής αποτροπής και της ανταλλαγής πληροφοριών.
Παρά τις εντάσεις, Γερμανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται συγκρατημένα καθησυχαστικοί, υπογραμμίζοντας ότι η παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα εξυπηρετεί και τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Ο βουλευτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Κρίστοφ Σμιντ, δήλωσε ότι μια άμεση αποχώρηση «δεν είναι εφικτή» και θα αποδυνάμωνε τις επιχειρησιακές δυνατότητες του αμερικανικού στρατού διεθνώς.
Υπενθυμίζεται ότι κατά την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει σχέδιο απόσυρσης περίπου 9.500 Αμερικανών στρατιωτών από τη Γερμανία, το οποίο όμως δεν υλοποιήθηκε, καθώς η προεδρική του θητεία ολοκληρώθηκε πριν την εφαρμογή του και η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν ανέστειλε την πρωτοβουλία.
Σήμερα, με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του, ο Τραμπ θα μπορούσε θεωρητικά να επαναφέρει το σχέδιο, αν και για τον Μερτς ο μεγαλύτερος κίνδυνος ενδέχεται να είναι η απώλεια επιρροής στον Λευκό Οίκο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη στήριξη προς την Ουκρανία.