Από την αγορά ηλεκτρισμού όπως δομήθηκε αλλά και εκ του αποτελέσματος μέχρι σήμερα ας μην περιμένουμε και πολλά

Τα τελευταία περίπου δύο χρόνια προσπάθησα να ασχοληθώ σε μεγαλύτερο βάθος και να κατανοήσω τη δυναμική (dynanic complexity και όχι detail complexity) και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά ηλεκτρισμού σήμερα (μεταβατική ρύθμιση) και πώς θα λειτουργήσει στο μέλλον η «ανταγωνιστική» αγορά. Στόχος ήταν η αναζήτηση ενεργειών για να μειωθεί η τιμή της ηλεκτρικής κιλοβατώρας άμεσα αλλά και μεσοπρόθεσμα, η οποία για διάφορους λόγους είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα από το 2021 και εντεύθεν. Και η οποία σε αντίθεση με την αποκλιμάκωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην κεντρική Ευρώπη, παραμένει και σήμερα ιδιαίτερα υψηλή.

Με δεδομένο ότι θα ακολουθήσουμε το μοντέλο στόχος και δεν θα υπάρξει κάποια ριζική ανατροπή και για όσο διάστημα το δίκτυο είναι απομονωμένο και δεν υπάρχει χρήση ΦΑ σε λογικές τιμές, κατέληξα πως δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια ώστε να μειωθεί, εντός των επόμενων μηνών, ουσιαστικά η τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σε σχέση με τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα (ορίζοντας 5ετίας+) υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις:

 – Η πρώτη θεωρεί πως η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας θα μειωθεί μέσω της ανάπτυξης μιας αποτελεσματικής «ανταγωνιστικής» αγοράς ηλεκτρισμού. Η πλήρης ανάπτυξη μιας αποτελεσματικής αγοράς ηλεκτρισμού, προϋποθέτει στήριξη στους ιδιώτες, οι οποίοι συμμετέχουν στον προθάλαμο της ανταγωνιστικής αγοράς [τη μεταβατική ρύθμιση, όπου σήμερα συναλλάσεται περίπου το 5% της ηλεκτρικής ενέργειας] και μέτρα τα οποία να αυξήσουν τους όγκους / ποσότητα ενέργειας, οι οποίοι είναι σήμερα στη μεταβατική ρύθμιση [στην οποία δεν συμμετέχει η ΑΗΚ].

Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να εξηγηθούν οι πρόσφατες ευνοϊκές ή και ουδέτερες αποφάσεις σε σχέση με τη μεταβατική ρύθμιση [π.χ το πλαφόν των 11 σεντ στα εμπορικά πάρκα των σχεδίων, η πρόσφατη αποσύνδεση της τιμής αγοράς ΑΠΕ από κόστος αποφυγής, η οποία όμως δεν εφαρμόζεται στη μεταβατική, κοκ], αλλά και η δυστοκία / απροθυμία παρέμβασης, παρόλο που συζητείται εδώ και καιρό πως η μεταβατική ρύθμιση δημιουργεί απροσδόκητα κέρδη αρκετών εκατομμυρίων σε λίγους ιδιώτες. Περαιτέρω, αυτή η προσέγγιση υπονοεί την εισαγωγή περιορισμών στη δραστηριοποίηση της ΑΗΚ στις ΑΠΕ και την «αναγκαία», για σκοπούς ανάπτυξης αποτελεσματικού ανταγωνισμού, μείωση του μεριδίου που κατέχει σήμερα η ΑΗΚ στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

 – Η δεύτερη και εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση αφορά προσπάθειες για μείωση της τιμής της ΑΗΚ, η οποία εκ των πραγμάτων είναι ο παίκτης ο οποίος ορίζει την τιμή επί της οποίας θα περιστρέφεται ο ανταγωνισμός, τα επόμενα τουλάχιστον 5-6 χρόνια. Αυτές αφορούν, είτε δραστηριοποίηση της ΑΗΚ στις ΑΠΕ (απευθείας ή μέσω αγοράς από άλλους παραγωγούς), είτε να δοθεί στην ΑΗΚ φυσικό αέριο στη φυσική του μορφή και άρα σε λογικό κόστος, το οποίο θα της επιστρέψει να μειώσει τις τιμές. Και αυτό καθώς έτσι θα μειώσει σημαντικά το ετήσιο κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το οποίο πλέον είναι της τάξης των 250 εκ ευρω!

Οι δύο επιλογές

Ουσιαστικά υπάρχουν δύο κεντρικές επιλογές:

(α) δίνουμε γη και ύδωρ ή lock, stock and barell αγγλιστί, στους ιδιώτες και αναμένουμε όταν και εφόσον λειτουργήσει η αγορά και όταν οι ποσότητες ενέργειας εντός της αγοράς υπερβούν τη ζήτηση εμπορικών και βολικών καταναλωτών (σε 5+ χρόνια, λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά άλλους περιορισμούς) να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός και να μειωθεί η τιμή του ηλεκτρισμού για όλους. Μέχρι τότε όμως, ας δέσουμε τις ζώνες μας, καθώς τα επόμενα χρόνια αναμένονται δυσκολότερα από ό,τι σήμερα…

(β) να βοηθήσουμε και να δείξουμε εμπιστοσύνη στο, για χρόνια κρατικό μονοπώλιο, το οποίο κατηγορείται από πολλούς για ανεπαρκή αποδοτικότητα και συντεχνιακές προτεραιότητες, πως αυτή τη φορά θα λειτουργήσει αποδοτικά και αποτελεσματικά για το κοινό καλό. Και αυτό, παρόλο που φέρει μερίδιο ευθύνης (μικρό ή μεγάλο δεν είναι της παρούσης) για τη μετέωρη κατάσταση στην οποία είμαστε σήμερα.

Έχω άποψη και την έχω εκφράσει δημόσια. Η βέλτιστη διευθέτηση είναι ο συνδυασμός και των δύο επιλογών. Σήμερα, όμως, υπολειπόμαστε πολύ από την επιλογή (β) και εκεί πρέπει να κάνουμε διορθώσεις.

Η επιλογή των ενεργειακών κοινοτήτων

Υπάρχει βεβαίως και η επιλογή της προώθησης των πολλά υποσχόμενων ενεργειακών κοινοτήτων. Με λίγα λόγια, οι ενεργειακές κοινότητες είναι συνεταιρισμοί που επιτρέπουν στους πολίτες ή οντότητες σε μια περιοχή να συμμετέχουν στην παραγωγή ενέργειας, μέσα από ανανεώσιμες πηγές, μειώνοντας τους ηλεκτρικούς τους λογαριασμούς, ενισχύοντας έτσι το διαθέσιμο εισόδημά τους και προωθώντας την ενεργειακή δημοκρατία.

Κρατώ όμως πολύ μικρό καλάθι. Η ευρωπαϊκή Οδηγία που έκανε αναφορά στις ενεργειακές κοινότητες δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη του 2018. Ο εθνικός εναρμονιστικός νόμος δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2022. Είμαστε στα μέσα Ιουνίου του 2023 και αναμένουμε κατακύρωση σύμβασης για να μας βοηθήσουν εμπειρογνώμονες να μελετήσουμε το θέμα και να δημιουργήσουμε θεσμικό πλαίσιο, εάν και εφόσον απαιτείται κλπ… Δηλαδή άλλους 12 μήνες κατ’ ελάχιστον, από σήμερα. Για να μην τα πολυλογούμε δεν είμαι αισιόδοξος για την ανάπτυξη ενεργειακών κοινοτήτων, γιατί πολύ απλά θα βρει αντίσταση και από τον Διαχειριστή (έχει ήδη αρκετούς μπελάδες να διαχειριστεί) και από τους σημερινούς και ισχυρούς πλέον παίκτες της αγοράς. Διότι ας είμαστε ειλικρινείς «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη…». Η αγορά ηλεκτρισμού πλέον ξεπερνά κατά πολύ το 1 δισ. ευρώ ετησίως…

Καταληκτικά, η συμβουλή μου στον κόσμο και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι να δουν τι μπορούν να κάνουν σε θέματα ενεργειακής απόδοσης και εξοικονόμησης ενέργειας και να εξαντλήσουν κάθε προσπάθεια, εφοδιάζοντας τον εαυτό τους με πολλή υπομονή, για να εγκαταστήσουν μικρό φωτοβολταϊκό ΑΠΕ για σκοπούς ιδιοκατανάλωσης, αξιοποιώντας και τη διέξοδο του virtual. Από την αγορά ηλεκτρισμού όπως δομήθηκε αλλά και εκ του αποτελέσματος μέχρι σήμερα ας μην περιμένουν και πολλά. Τέλος, το κράτος (βλέπε φορολογούμενος) να είναι έτοιμο να βάλει πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει τους ευάλωτους και για να καταπολεμήσει την ενεργειακή φτώχεια, η οποία αναμένεται να αυξηθεί…

Οι πανάκριβοι ρύποι και το κόστος της αποθήκευσης

Μιας και αναφερθήκαμε στην αγορά δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων, ας ανοίξουμε μια παρένθεση για να πούμε πως πριν λίγες εβδομάδες η Ελεγκτική Υπηρεσία δημοσίευσε έκθεση αναφορικά με το θέμα. Το πρώτο σημαντικό στοιχείο είναι πως από το 2017 και το 2022 το συνολικό κόστος [το οποίο πλήρωσε ο καταναλωτής ηλεκτρισμού ήταν 570 εκ ευρώ]. Όπως γίνεται αντιληπτό, το κόστος αυτό αυξάνεται σχεδόν γεωμετρικά (εκτίμηση για 2023 περί τα 200 – 250 εκ ευρω).

Το δεύτερο σημείο από την έκθεση, το οποίο χρήζει μνείας, είναι πως από τα 285 εκ ευρώ που εισέπραξε το κράτος την πενταετία αυτή, τη συντριπτική μερίδα του λέοντος (ίσως και 80%) την αξιοποίησε το υπουργείο Μεταφορών. Εικάζω πως τα χρήματα πήγαν στην επιδότηση των συμβάσεων των λεωφορείων και σε έργα βιώσιμης κινητικότητας. Με λίγα λόγια, ο καταναλωτής ηλεκτρισμού επιδότησε μέτρα που στοχεύουν στη μείωση των εκπομπών (με ερωτηματικό ως προς στην αποτελεσματικότητα) στον τομέα των μεταφορών, ο οποίος δεν συμμετέχει στο σύστημα εμπορίας εκπομπών [κάτι που θα έπρεπε να επωμιστεί ο φορολογούμενος], αντί μέτρα μείωσης των εκπομπών CO2 της ΑΗΚ, π.χ peak load shaving, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει.

Αφού ανοίξαμε μια παρένθεση, ας ανοίξουμε και μια δεύτερη. Αποθήκευση! Η λέξη των τελευταίων μηνών. Θέλουμε την αποθήκευση; Βεβαίως και μάλιστα χθες. Προσοχή, όμως, γιατί ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Με ποια διαδικασία θα υλοποιηθεί η αποθήκευση; Θα γίνει μειοδοτικός διαγωνισμός και αν ναι, σε ποια βάση; Στο κόστος κατασκευής ή στην τιμή της ενέργειας που θα εκχέεται στο δίκτυο; Ποιος θα επωμιστεί το κόστος; Ποιος θα έχει τη δαπάνη λειτουργίας και συντήρησης; Πώς θα επιμεριστεί το κόστος απωλειών ενέργειας που έχει μια τέτοια διεργασία; Ποιος θα αποκομίσει το μεγαλύτερο όφελος και ποιο θα είναι το όφελος στην τιμή που πληρώνει ο μέσος καταναλωτής;

Επιμέρους, ως μεσοπρόθεσμο μέτρο κατατέθηκαν εισηγήσεις για ένταξη ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας με διαγωνιστικές διαδικασίες, με την προσέγγιση των συμβολαίων επί διαφοράς (contracts for difference). Επί του προκειμένου να σημειωθεί πως ο τέως Πρόεδρος της ΡΑΕΚ Γ. Σιαμμάς σε άρθρο του ημερ. 14.08.2022 είχε εκτιμήσει πως ένταξη 100 MW ΑΠΕ με διαγωνιστικές διαδικασίες, μπορεί να οδηγήσει σε ετήσια εξοικονόμηση 32 εκ ευρω, την οποία θα επωφελούνται όλοι οι καταναλωτές.

* Μηχανολόγος Μηχανικός

Dipl Eng, MBA

(Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές)