Ο τομέας του τουρισμού αποτελεί ένα σημαντικό πυλώνα ανάκαμψης της κυπριακής οικονομίας. Μετά την πανδημία που έπληξε ολόκληρο τον κόσμο και παρά τις αρνητικές επιπτώσεις που δέχθηκε ο τόπος από την εισβολή της Ρωσίας στην  Ουκρανία, το 2023 αναμένεται να είναι μια εξαιρετική χρονιά από πλευράς προσέλευσης τουριστών.

Βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της αντίδρασης των ξενοδόχων είναι το γεγονός πως οι τουριστικές υπηρεσίες και η πλειονότητα των ξενοδόχων λειτούργησαν με αμεσότητα και επέβαλαν σημαντικές αυξήσεις των προσφερόμενων υπηρεσιών, χωρίς όμως να αντιδράσουν ανάλογα και με την ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας του τουριστικού μας προϊόντος.

Οι αυξήσεις στις χρεώσεις των πελατών είναι εμφανείς σε όλες τις κατηγορίες ξενοδοχείων και τουριστικών υπηρεσιών και σε κάποιες περιπτώσεις είναι κατά παρασάγγας μεγαλύτερες από αυτές που ίσχυαν τα προηγούμενα χρόνια.

Δυστυχώς, οι ξενοδόχοι αγνοούν ότι η ποιότητα των ξενοδοχειακών υπηρεσιών είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει τα αισθήματα και την άποψη των πελατών για την ξενοδοχειακή βιομηχανία.

Η μεγάλη αύξηση του τουριστικού ρεύματος τη φετινή περίοδο, λόγω και της τεράστιας ανάγκης των πολιτών να ταξιδέψουν μετά την απομόνωση που αντιμετώπισαν λόγω της πανδημίας, δεν εξυπακούει πως θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.

Οι πελάτες θα αξιολογήσουν τις υπηρεσίες που ακριβοπληρώνουν και θα αποζητούν πάντοτε να αγοράζουν υπηρεσίες οι οποίες θα καλύπτουν τις απαιτήσεις και προσδοκίες τους, στη βάση πάντοτε των χρημάτων που καταβάλλουν.

Ενδεχομένως το κλείσιμο των ξενοδοχειακών μονάδων για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω της πανδημίας, να απορρύθμισε την καλή οργάνωση και λειτουργία πολλών ξενοδοχείων αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί τη μείωση του επιπέδου ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρουν.

Όπως αντέδρασαν άμεσα για να εντοπίσουν νέους πελάτες και καινούριες αγορές και όπως αντέδρασαν άμεσα και αύξησαν τις τιμές τους, θα έπρεπε να λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο και να επένδυαν και στο θέμα της αναβάθμισης των παρεχόμενων υπηρεσιών, μέσω της επένδυσης στον ανθρώπινο παράγοντα, τους ξενοδοχοϋπάλληλους, που αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της κυπριακής φιλοξενίας και τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής τουριστικής υπηρεσίας, η οποία διαρκώς υποβαθμίζεται.

Η κυπριακή ξενοδοχειακή βιομηχανία άρχισε να ευημερεί όταν μετά το 1980 επένδυσε στην κυπριακή φιλοξενία, η οποία στηρίχτηκε στο ντόπιο προσωπικό και όταν  προώθησε τις παραδόσεις της Κύπρου και τα τοπικά μας προϊόντα.

Σήμερα, ως αποτέλεσμα της απορρύθμισης των εργασιακών δικαιωμάτων, η οποία έγινε συνειδητά από τους ξενοδόχους στο όνομα της αύξησης των κερδών τους, οι Κύπριοι εργαζόμενοι κοντεύουν να αφανιστούν από τη βιομηχανία, η οποία κατακλύστηκε από ξένο εργατικό δυναμικό χαμηλής εξειδίκευσης και η οποία παρουσιάζει τεράστια εναλλαγή προσωπικού κάθε χρόνο, αφού οι πιθανότητες δημιουργίας καριέρας στο επάγγελμα του ξενοδοχοϋπαλλήλου είναι από περιορισμένες έως ανύπαρκτες.

Δυστυχώς, οι Κύπριοι ξενοδόχοι αγνοούν το πόσο σημαντικό είναι να αφοσιώνονται οι εργαζόμενοι στους στόχους της επιχείρησης τους, μέσα από μια μακροχρόνια σχέση συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού και μέσα από αξιοπρεπείς μισθούς και εργασιακή ασφάλεια.

Την ώρα που διαπιστώνεται η πιο πάνω πραγματικότητα η αντίδραση των εργοδοτών συνεχίζει να είναι λανθασμένη και να ζητούν συνεχώς πρόσθετο ξένο εργατικό δυναμικό αντί να επικεντρωθούν στην επένδυση και συνεχή εκπαίδευση του ντόπιου προσωπικού, μέσα από αξιοπρεπείς μισθούς και εργασιακά δικαιώματα και συλλογικές συμβάσεις και μέσα από σχέδια και δράσεις που θα προωθούν την κυπριακή φιλοξενία και την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, δίνοντας έμφαση στις πράσινες και γαλάζιες αναπτύξεις.

Η επικέντρωση των ξενοδόχων στην επιλογή φτηνού και αναλώσιμου εργατικού δυναμικού  δεν μπορεί να αποτελεί το μέλλον του τουρισμού στον τόπο μας, γιατί προσφέρει μόνο πρόσκαιρα οφέλη και διατηρεί ένα μοντέλο προβληματικής ανάπτυξης το οποίο είναι ιδιαίτερα ευάλωτο στις οικονομικές μεταβολές και παρουσιάζει χαμηλή παραγωγικότητα και υποβαθμισμένη ανταγωνιστικότητα.

Για την πιο πάνω κατάσταση, ευθύνες έχει και η κυπριακή πολιτεία, η οποία διαχρονικά ικανοποιεί με σχετική ευκολία τις απαιτήσεις των ξενοδόχων μέσω επιδοτήσεων και πολλών άλλων προγραμμάτων που τους ενισχύουν οικονομικά και δίνοντας απλόχερα άδειες απασχόλησης σε ξένο εργατικό δυναμικό, χωρίς να πληρούνται ποιοτικά, περιβαλλοντικά, εργασιακά, πολιτιστικά και άλλα κριτήρια, τα οποία θα δημιουργήσουν συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης και θα καταστήσουν την χώρα μας ανταγωνιστικό ποιοτικό τουριστικό προορισμό. 

Η Κύπρος διαθέτει τεράστια πλεονεκτήματα απέναντι σε ανταγωνιστές της, κλιματικά, γεωγραφικά και πολιτιστικά και θα πρέπει να θέσει επιτέλους τον τουρισμό στη σωστή του βάση, επικεντρώνοντας τη στόχευση σε ποιοτικά και όχι ποσοτικά κριτήρια και μέσα από μια νέα διαχείριση και επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο αποτελεί την καρδιά της βιομηχανίας και της κυπριακής φιλοξενίας.

* Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ