Ο ιδιοκτήτης ακινήτου που επηρεάζεται από την τοποθέτηση οποιασδήποτε ηλεκτρικής γραμμής, είτε πάνω είτε κάτω από το έδαφος, για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος από την ΑΗΚ ως ανάδοχος, χωρίς τη συγκατάθεση του, μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για τη μείωση της οικονομικής αξίας του ακινήτου, λόγω του περιορισμού ή της δέσμευσης που υφίσταται.
Εάν δεν του καταβλήθηκε οποιαδήποτε αποζημίωση, δικαιούται να την απαιτήσει με αγωγή στο πολιτικό δικαστήριο, εφόσον υπάρχει ουσιώδης μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας του. Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 23 § 3 του Συντάγματος όπου προβλέπεται ότι για τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό που μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση και σε περίπτωση διαφωνίας υπό του πολιτικού δικαστηρίου.
Η απαίτηση του ιδιοκτήτη εξετάζεται βάση του άρθρου 31 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170, όταν δεν του έχει καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση. Ο ιδιοκτήτης έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ΑΗΚ και το δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάσει την απαίτηση και να αποφασίσει επί αυτής.
Η ΑΗΚ, ως ανάδοχος, για να προβεί στην τοποθέτηση ηλεκτρικών γραμμών αποτείνεται πρώτα στην Πολεοδομία για την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας όπου τίθενται όροι μεταξύ των οποίων, η καταβολή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη ακινήτου που ενδεχόμενα επηρεάζεται. Ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 31 για την ειδοποίηση και εξασφάλιση της συγκατάθεσης του επηρεαζόμενου ιδιοκτήτη. Εάν δεν δώσει τη συγκατάθεση του η ΑΗΚ αποτείνεται στον έπαρχο, ο οποίος αφού διαβουλευθεί με την αρμόδια τοπική αρχή, μπορεί να δώσει τη συγκατάθεση του για την τοποθέτηση γραμμών είτε χωρίς είτε με όρους και προϋποθέσεις, όπως θεωρεί δίκαιο.
Ιδιοκτήτρια ακινήτου που δεν έδωσε τη συγκατάθεση της και δεν της καταβλήθηκε αποζημίωση ήγειρε αγωγή εναντίον της ΑΗΚ και απαίτησε αποζημίωση, επικαλούμενη επηρεασμό του δικαιώματος ιδιοκτησίας της και παράλειψη αποζημίωσης. Η ΑΗΚ αμφισβήτησε την ύπαρξη βάσης αγωγής και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την αγωγή.
Η Δικαστής κα Χρ. Μίτλεττον, στην αιτιολογημένη απόφαση που εξέδωσε ημερ.15.9.2023, έκρινε ότι η διαδικασία της αγωγής που η ιδιοκτήτρια ακολούθησε, με βάση τον νόμο και το σύνταγμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί λανθασμένη ή εκπρόθεσμη. Αναφορικά με το θέμα της καταβλητέας αποζημίωσης, άκουσε τη μαρτυρία της ιδιοκτήτριας και των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών.
Αποφάσισε ότι ο φόβος σε σχέση με τη βλαπτικότητα των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων στον άνθρωπο ή στις καλλιέργειες ή στη διακίνηση ζώων, όσο κι αν η πλευρά της αναδόχου προσπάθησε να τον απαξιώσει, λαμβάνεται υπόψη σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Τα ηλεκτροφόρα καλώδια, διά των οποίων η ΑΗΚ παρεμβαίνει (νόμιμα) στο ακίνητο, είναι φύσει οχληρή ανάπτυξη.
Η δίκη δεν έγινε για να διαπιστωθεί η επιστημονική αλήθεια, εάν τα ηλεκτροφόρα καλώδια που μεταφέρουν ρεύμα τάσης 132 kV είναι βλαπτικά για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον ή εάν αυτό αποτελεί απλώς μύθο. Πρόσθεσε ότι αυτό που εξετάζεται είναι ο περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της ιδιοκτήτριας, και στο πλαίσιο αυτού η μείωση της αξίας του ακινήτου δεν είναι θέμα πραγματογνώμονα να πει πως επηρεάζεται η ιδιοκτήτρια από αυτή την οχληρή επέμβαση.
Είναι θέμα γεγονότων, που πρέπει να μαρτυρήσει ο εκάστοτε ενάγων, που βιώνει την παρουσία και λειτουργία ηλεκτροφόρων γραμμών, που συναρτάται με τον συνήθη τρόπο χρησιμοποίησης και απόλαυσης του ακινήτου του.
Τόνισε ότι η μεθοδολογία που ακολουθεί το Δικαστήριο για να καταλήξει ως προς το εάν υπάρχει μείωση της αξίας του ακινήτου δεν είναι αυτή της σύγκρισης της αγοραίας αξίας του πριν και μετά τον περιορισμό, βάση των πωλήσεων. Το ζητούμενο είναι η μείωση της αξίας του ακινήτου συνεπεία του περιορισμού στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Δηλαδή, το αντικείμενο της σύγκρισης είναι η περιορισμένη χρήση από την ιδιοκτήτρια σε σχέση με την ελεύθερη χρήση.
Πρόσθεσε ότι η μείωση της αξίας αποδίδεται απλουστευμένα σε ένα ποσοστό που συντίθεται από: (α) το ποσοστό επηρεασμού στο ακίνητο από τη «λωρίδα γης», δηλαδή από καθαυτό τον περιορισμό και (β) από το ποσοστό επηρεασμού του περιορισμού στο υπόλοιπο (ελεύθερο) ακίνητο, εάν και στο βαθμό που υπάρχει.
Κατέληξε ότι η αγωγή της ενάγουσας έχει βάση που μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο και ότι παρά την επιβολή περιορισμού στο ακίνητο που μειώνει ουσιωδώς την αξία του, δεν καταβλήθηκε σε αυτή οποιαδήποτε αποζημίωση.
Γι’ αυτό, επιδίκασε συγκεκριμένο ποσό αποζημίωσης, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και εκτιμητικά.
Δικηγόρος στη Λάρνακα