Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και η μακροπρόθεσμη προοπτική της για βιώσιμη ανάπτυξη παραμένει το κλειδί για την οικονομική και κοινωνική ευημερία. Η αύξηση του πληθωρισμού και το κόστος της ενέργειας, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό εκτός των συνόρων της Ένωσης, αποτελούν πρόκληση για τις επιχειρήσεις, κάποιες εκ των οποίων αναμένεται να μην μπορέσουν να ανταποκριθούν και να οδηγηθούν σε κλείσιμο. Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, απαιτείται σειρά μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων σε διάφορους τομείς σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.  

Ειδικότερα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας εργασίας απαιτείται επαρκές εργατικό δυναμικό και εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης και της κατάρτισης για την αντιμετώπιση των αναντιστοιχιών των δεξιοτήτων, καθώς η ανταγωνιστικότητα της ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δεξιότητες των Ευρωπαίων.

Στην Κύπρο ξεχάσαμε να μετρούμε την παραγωγικότητα εργασίας. Ξεχάσαμε να την αναλύουμε, να την υπολογίζουμε και να την προσμετρούμε κατά τον καθορισμό των αυξήσεων των εργαζομένων, σε ένα σύστημα που κατά παράδοση και μέχρι πρόσφατα, οι κοινωνικοί εταίροι χρησιμοποιούσαν τον μέσο όρο της ποσοστιαίας μεταβολής της παραγωγικότητας εργασίας (ΑΕΠ ανά απασχολούμενο) του συνόλου της οικονομίας για την τελευταία τριετία που προηγείτο του έτους των διαπραγματεύσεων, ως βάση για συμφωνία και ανανέωση των συλλογικών συμβάσεων.

Η παραγωγικότητα δεν είναι πια στο τραπέζι των συζητήσεων. Μια συζήτηση που ξεκίνησε το 1994 με την συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Γλαύκου Κληρίδη, ο οποίος δήλωνε μετά την πρώτη σύσκεψη ότι «τα θέματα που θα συζητηθούν είναι μεγάλης σημασίας από οικονομικής και κοινωνικής άποψης… Παράλληλα, στο διεθνές πεδίο εντείνεται συνεχώς ο ανταγωνισμός και η σταδιακή φιλελευθεροποίηση των αγορών. Στα πλαίσια αυτά, είναι έκδηλη η ανάγκη για συνεχή ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας». Ο τίτλος που δόθηκε στον διάλογο τότε ήταν απλός και ξεκάθαρος: «Διάλογος για την ΑΤΑ και την Παραγωγικότητα», αναγνωρίζοντας και κάνοντας αποδεκτό ότι παραγωγικότητα και εργατικό κόστος είναι ζητήματα αλληλένδετα.

Δύο χρόνια μετά, το 1996, καταρτίστηκαν από το Κέντρο Παραγωγικότητας (ΚΕΠΑ) και τους κοινωνικούς εταίρους Σχέδια Δράσης για βελτίωση της παραγωγικότητας. Τα Σχέδια διαμορφώθηκαν γύρω από 4 άξονες και συγκεκριμένα: (α) Βελτίωση του Περιβάλλοντος Εργασίας, (β) Ποσοτική και Ποιοτική Αξιοποίηση του Χρόνου Εργασίας, (γ) Εφαρμογή Ενθαρρυντικών Συστημάτων Αμοιβής και (δ) Επαγγελματική Εκπαίδευση/Κατάρτιση και Παραγωγικότητα. Τα Σχέδια, χωρίς να εφαρμοστούν, αναθεωρήθηκαν το 2000 χωρίς και πάλι να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα.

Με την παραγωγικότητα να μένει απλά ένας δείκτης καθορισμού των αυξήσεων, το 2019 η ΟΕΒ ζητούσε με επιστολή από το ΚΕΠΑ την συνέχιση της έκδοσης των ετήσιων στατιστικών για την Παραγωγικότητα Εργασίας, που μέχρι λίγα χρόνια πριν το Κέντρο δημοσίευε. Παρά την έκκληση, οι στατιστικές σταμάτησαν να εκδίδονται και κάπου εκεί ξεχάσαμε την παραγωγικότητα.

Το εργατικό κόστος και οι μισθοί, όμως, συνεχίζουν να αυξάνονται μέσω πολιτικών και μέτρων όπως η αύξηση των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εισαγωγή του Γενικού Συστήματος Υγείας, η εφαρμογή του Εθνικού Κατώτατου Μισθού και η αύξηση του ποσοστού απόδοσης της ΑΤΑ. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι συντεχνίες εξαναγκάζουν τις επιχειρήσεις σε καταβολή πρόσθετων αυξήσεων, που από μόνες τους οι αυξήσεις αυτές τα τελευταία χρόνια υπερβαίνουν κατά πολύ τους ρυθμούς αύξησης της εθνικής παραγωγικότητας.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, η παραγωγικότητα εργασίας στην Κύπρο το 2018 ήταν μόλις 1%, το 2019 ήταν 0,9% το 2020 ήταν 2,1%, το 2021 ήταν 1,7% (εκτίμηση) και το 2022 ήταν 1,5%  (εκτίμηση). Το 2018 έγινε η επανεκκίνηση της καταβολής της ΑΤΑ, το 2019 αυξήθηκαν οι εισφορές στο ΤΚΑ και εισήχθη το ΓΕΣΥ, το 2020 εκδόθηκε το Διάταγμα για τους κατώτατους μισθούς στην ξενοδοχειακή βιομηχανία και αμέσως μετά ξεκίνησε η πανδημία. Παρά τα προβλήματα, όλα αυτά τα χρόνια δόθηκαν μισθολογικές αυξήσεις σε όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

Η ΟΕΒ  έχει κατ’ επανάληψη υποδείξει ότι συστήματα καθορισμού μισθολογικών απολαβών, όπως η ΑΤΑ και οι αυτόματες προσαυξήσεις/κλίμακες μισθοδοσίας, υποσκάπτουν τις προσπάθειες βελτίωσης της παραγωγικότητας και διαβρώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Επιπλέον, εκεί και όπου δίνονται αυξήσεις ισοπεδωτικά, χωρίς δηλαδή να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά και παραγωγικότητα  του εργοδοτουμένου, οδηγούν στην επιβράβευση ατόμων που παράγουν μηδέν (!). Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, όταν ετησίως οι μισθοί, λόγω και του υψηλού πληθωρισμού, αυξάνονται δυσανάλογα σε σχέση με την παραγωγικότητα, τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στην οικονομία είναι πασιφανή. Για αυτό, θα πρέπει να επιστρέψει στο τραπέζι των συζητήσεων το μεγάλο κεφάλαιο της παραγωγικότητας και να συνδεθεί με την όποια αύξηση του εργατικού κόστους για να είναι το σύστημα βιώσιμο και αποτελεσματικό.

* Διευθύντρια Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής ΟΕΒ