Η διαφαινόμενη δυστυχώς εξέλιξη της πορείας των εργασιακών θεμάτων και των ίδιων των εργασιακών σχέσεων, δημιουργεί πολλές απορίες και ερωτηματικά, που διασυνδέονται με την απόδοση της σωστής έννοιας στις διαδικασίες, στους θεσμούς και στη δυνατότητα διαχωρισμού ανάμεσα στην πολιτική, τον συνδικαλισμό και την υλοποίηση δράσεων τεχνοκρατικού χαρακτήρα.

Ο τρόπος με τον οποίο τυγχάνουν χειρισμού διάφορα θέματα, το τελευταίο ειδικά διάστημα, καταδεικνύει δυστοκία στην κατανόηση του θεσμικού πλαισίου και του τρόπου λειτουργίας του ή, ομοίως επικίνδυνα, αποστροφή προς το σύστημα, αποδόμηση των κοινωνικών εταίρων και λήψη αποφάσεων αποσπασματικά, επικίνδυνα και μονομερώς.

Πρόσφατες δηλώσεις, δημόσια και πίσω από κλειστές πόρτες, σε σχέση με την ΑΤΑ και την αποδόμηση της σημασίας της, τη φιλοσοφία, τη χρησιμότητα και το περιεχόμενο των συμβάσεων στη συζήτηση για τον ΟΚΥΠΥ, τον Εθνικό Κατώτατο Μισθό και την αναπροσαρμογή του, ενισχύουν τις εύλογες ανησυχίες για μια νέα και επικίνδυνα ανατρεπτική  θεώρηση πραγμάτων.

Σε πολύ πρόσφατη συνάντηση της Ευρωπαϊκής Ομάδας των Εργαζομένων, η οποία συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, συζητήσαμε την ανάγκη περαιτέρω εκδημοκρατικοποίησης της αγοράς εργασίας, η οποία είναι σημαντική, όσο και η ενίσχυση της συνδικαλιστικής πυκνότητας, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους εργοδότες.

Αυτή η έννοια του κοινωνικού διαλόγου και της συναινετικής συνύπαρξης της τριμερούς συνεργασίας θα πρέπει να εμπεδωθεί ακόμα πιο έντονα και αυτό αποτελεί ευθύνη κυρίως της ίδιας της πολιτείας και ιδιαίτερα των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Σαφώς και η αντίληψη πως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αποτελούν «μίασμα» και αποτρεπτικό παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αν ο στόχος παραμένει πράγματι η ισόρροπη ανάπτυξη και η απόδοση στους εργαζόμενους του ρόλου που τους αναλογεί, ως βασική συνιστώσα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος για κάθε επιχείρηση.

Προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να είναι κατανοητός ο ρόλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων στη διατήρηση της εργατικής ειρήνης, στη δημιουργία συνθηκών βελτίωσης της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, οι οποίες πρέπει να επενδύσουν προς αυτή την κατεύθυνση, και κατ’ επέκταση της ίδιας της οικονομίας.

Ομοίως, ευδιάκριτος παραμένει και ο ρόλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, στη διασφάλιση των πρότυπων προσόντων, στην ομαλή μετάβαση στην πράσινη και στην τεχνολογική μετάβαση, όπως βέβαια και σε ό,τι αφορά την απαραίτητη διασύνδεση των αναγκών της αγοράς εργασίας με το εκπαιδευτικό σύστημα.

Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις για τη ΣΕΚ αποτελούν σημείο αναφοράς ως προς τη δυνατότητα που θα πρέπει να δημιουργηθεί για αξιοποίηση των προκλήσεων, με στόχο την ανάπτυξη και την προοπτική. Είναι γι’ αυτό που υιοθετείται πλήρως η θέση που έχει εκφράσει ο τέως Πρόεδρος της ΕΕ, Γιούγκερ, σε παλαιότερο συνέδριο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, πως οι μεταρρυθμίσεις δεν σημαίνουν επιστροφή στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στη βάση αυτής της θεώρησης, επιβάλλεται η σωστή, κοινωνικά δίκαιη και ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και του φορολογικού συστήματος, ομοίως και η αναθεώρηση της Στρατηγικής για την Απασχόληση Εργαζομένων από Τρίτες Χώρες.

Παράλληλα, η θετική κατανόηση της έννοιας και της χρησιμότητας της επέκτασης του εύρους εφαρμογής των συλλογικών συμβάσεων αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς και αξιολόγησης ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις, τόσο σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη στο πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, όσο και της διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Η σωστή απόδοση στην έννοια συγκεκριμένων λέξεων και βεβαίως σε συγκεκριμένους όρους που έχουν και θα πρέπει να λαμβάνουν τεράστια βαρύτητα στη δημοκρατική διάταξη του συστήματος, θα αποτρέψει την επιβεβαίωση της ρήσης «στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα».

* Γενικός Γραματέας ΣΕΚ