Τον τελευταίο καιρό, τα κοινοβουλευτικά κόμματα προσπαθούν να πετύχουν την κατάργηση της νομοθεσίας που υποχρεώνει τις εταιρείες να καταβάλλουν ετησίως στο κράτος €350. Αυτή η προσπάθεια που καταβάλλεται από βουλευτές και στηρίζεται και από επιχειρηματίες άρχισε προ τριετίας περίπου και συνεχίζεται σήμερα με αμείωτο ρυθμό.
Το μέτρο των €350 (όπως επίσης και πολλά άλλα που αφορούσαν κυρίως τους μισθωτούς πολίτες), επιβλήθηκε από το 2011 ως μέσο ενίσχυσης των δημοσίων οικονομικών και αφορούσε εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών.
Παρά την κοινοβουλευτική πίεση που ασκείται, κυρίως για την κατάργησή του, το Υπουργείο Οικονομικών φαίνεται ότι απορρίπτει αυτή την απαίτηση, γιατί το κράτος από αυτή την ιστορία εισπράττει περίπου €40 εκ. με €45 εκ. ετησίως. Και βεβαίως είναι λεφτά που τα χρειάζεται και τα οποία προϋπολόγισε στον προϋπολογισμό του 2023, αλλά και στον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς.
Η προσπάθεια που καταβάλλεται για να καταργηθεί το συγκεκριμένο μέτρο, είναι επιεικώς απαράδεκτη και προκαλεί ανεπανόρθωτα τα αισθήματα των μισθωτών πολιτών, οι οποίοι πλήρωσαν αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα όσα τους ζήτησε η Πολιτεία για να αποφύγει τη χρεοκοπία, την περίοδο 2011-2013. Και δεν ήταν λίγα αυτά που τους ζητήθηκαν, είτε υπό μορφή υποχρεωτικής εισφοράς προς το κράτος, είτε υπό μορφή φορολογιών.
Διαφωνούμε με την κατάργηση του τέλους των €350. Υποδεικνύουμε προς τη Βουλή πως, αντί να το καταργήσει, θα πρέπει να ζητήσει από το σύνολο των εταιρειών να το καταβάλλουν, αφού είναι ήδη γνωστό πως πέραν του 50% των εταιρειών χρωστούν το ετήσιο τέλος τα τελευταία εφτά χρόνια περίπου.
Όλοι αυτοί που χρωστούν τη συγκεκριμένη οφειλή εισέπραξαν από τα κρατικά ταμεία τεράστια ποσά λόγω πανδημίας και όχι μόνο, γι’ αυτό, κατ’ ελάχιστον ας ανταποκριθούν στη συγκεκριμένη υποχρέωση τους.
Μάλιστα, όπως αποκάλυψε πρόσφατα η Ελεγκτική Υπηρεσία (η οποία ενημέρωσε και τη Βουλή), την εποχή της πανδημίας πληρώθηκαν σε 4.751 νομικά και φυσικά πρόσωπα που δεν ήταν δικαιούχοι συνολικά €32 εκ., ενώ άλλα €13.8 εκ. δόθηκαν εκ λάθους σε ξένες εταιρείες.
Αυτό λέγεται «πάρτι εκατομμυρίων» σε βάρος των δημόσιων ταμείων, που πολλαπλασιάζεται και αυξάνεται και διαμέσου της άρνησης καταβολής των €350.
Είμαστε, άλλωστε, περισσότερο από βέβαιοι πως το τέλος των €350, που ισοδυναμεί με λιγότερο από 96 σεντ την ημέρα, δεν απειλεί τη βιωσιμότητα καμιάς εταιρείας. Ούτε για αστείο δεν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο.
Η μη καταβολή του τέλους αποτελεί ασέβεια και προς τη Βουλή, που ψήφισε τη συγκεκριμένη νομοθεσία. Γι’ αυτό, το νομοθετικό σώμα πρέπει να αλλάξει γραμμή πλεύσης και να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπρέπεια του, υποδεικνύοντας προς τις εταιρείες πως οι νόμοι ψηφίζονται για να εφαρμόζονται και όχι για να παζαρεύονται εκ των υστέρων.
Αν δεν κάνει κάτι τέτοιο θα πέσει στην παγίδα της αστειότητας, γιατί ακούεται αστείο, όλα τα κόμματα να υποβάλλουν προτάσεις είτε για κατάργηση είτε για κλιμακωτή καταβολή της συγκεκριμένης εισφοράς προσπαθώντας (χάνοντας πολύτιμο κοινοβουλευτικό χρόνο), να γλιτώσουν τις εταιρείες από τον εφιάλτη των 96 σεντ που τους απειλεί ημερησίως…
Υ.Γ.1: Τέτοιες αποφάσεις και τέτοιες πολιτικές πρωτοβουλίες πρέπει να αποφεύγονται από οπουδήποτε και εάν προέρχονται, γιατί τραυματίζουν ανεπανόρθωτα την ευρωστία των δημοσίων ταμείων.
Υ.Γ.2: Υπενθυμίζουμε για πολλοστή φορά το Υπουργείο Οικονομικών ότι πρέπει να καταθέσει εκ νέου στη Βουλή το κυβερνητικό νομοσχέδιο που προνοεί την ποινικοποίηση της μη πληρωμής Φόρου Εισοδήματος. Ένα ανάλογο νομοσχέδιο κατατέθηκε και αποσύρθηκε λόγω επαγγελματικών πιέσεων το 2020. Έκτοτε, πέρασαν τρία χρόνια περίεργης αδράνειας αλλά και σιωπής, παρά την τότε κυβερνητική δέσμευση για γρήγορη επαναφορά του στο Κοινοβούλιο.
Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ