Το δικαίωμα κάθε προσώπου για απασχόληση και εργασία προστατεύεται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από άλλες νομοθετικές διατάξεις και η θρησκεία, οι πολιτικές απόψεις, η εθνική προέλευση και η κοινωνική καταγωγή δεν αποτελούν βάσιμους λόγους για τερματισμό της απασχόλησης του.
Η ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία κατοχυρώνεται δυνάμει της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σκοπός της είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης διάκρισης όταν ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που υφίσταται άλλο πρόσωπο. Έμμεση διάκριση συντρέχει όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου, εκτός εάν δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του είναι πρόσφορα και αναγκαία. Η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών.
Ζήτημα κατά πόσο θα μπορούσε να απαγορευτεί η χρήση θρησκευτικών συμβόλων στον χώρο εργασίας από δημόσια αρχή στο σύνολο των εργαζομένων της ηγέρθηκε από υπάλληλο του Δήμου Ans στο Βέλγιο και κάποια ημέρα θα συμβεί και στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, σε γυναίκα υπάλληλο του Δήμου, η οποία ασκούσε καθήκοντα προϊστάμενης χωρίς να έρχεται σε επαφή με το κοινό, απαγορεύθηκε να φέρει μουσουλμανική μαντίλα στον χώρο εργασίας της. Προέκυψε διαφορά όταν το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου, μετά που την άκουσε, εισήγαγε υποχρέωση «αποκλειστικής ουδετερότητας» στον χώρο εργασίας, ότι απαγορεύεται σε όλους τους εργαζόμενους του Δήμου να φέρουν οποιοδήποτε εμφανές σύμβολο που θα μπορούσε να αποκαλύψει τις πεποιθήσεις του, όπως θρησκευτικές ή φιλοσοφικές, ανεξαρτήτως του εάν έρχεται σε επαφή με το κοινό.
Η επηρεαζόμενη κίνησε νομικές διαδικασίες προκειμένου να διαπιστωθεί ότι έχει παραβιαστεί η θρησκευτική της ελευθερία και άσκησε αγωγή ενώπιον του Εργατικού Δικαστηρίου της Λιέγης. Το δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε σχετικό προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του, υπόθεση C-148/2022, στις 28.11.2023, κρίνοντας ότι εσωτερικός κανόνας τον οποίο έχει θεσπίσει ο εργοδότης και ο οποίος απαγορεύει τη χρήση οιουδήποτε εμφανούς συμβόλου πεποιθήσεων, μεταξύ άλλων δε φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, στον χώρο εργασίας, δεν συνιστά άμεση διάκριση, εφόσον καλύπτει αδιακρίτως κάθε εκδήλωση των πεποιθήσεων αυτών και αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο όλους τους εργαζόμενους της επιχειρήσεως, επιβάλλοντας τους μια ουδέτερη αμφίεση διά του αποκλεισμού τέτοιων συμβόλων. Τόνισε, δεδομένου ότι ο καθένας μπορεί να πρεσβεύει ορισμένη θρησκεία ή να έχει συγκεκριμένες θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή πνευματικές πεποιθήσεις, ένας τέτοιος κανόνας, κατά το μέτρο που εφαρμόζεται γενικώς και αδιακρίτως, δεν εισάγει διαφορετική μεταχείριση βασιζόμενη σε κριτήριο το οποίο είναι αρρήκτως συνδεδεμένο με τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις αυτές.
Επίσης τόνισε συναφώς, ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι εσωτερικός κανόνας τον οποίο έχει θεσπίσει ο εργοδότης και ο οποίος απαγορεύει την εμφανή χρήση οιουδήποτε συμβόλου πεποιθήσεων, μεταξύ άλλων δε φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, στον χώρο εργασίας μπορεί να συνιστά έμμεση διαφορετική μεταχείριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, μια τέτοια όμως διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά έμμεση διάκριση εφόσον δικαιολογείται αντικειμενικώς από θεμιτό σκοπό και εφόσον τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.
Όσον αφορά την ύπαρξη θεμιτού σκοπού, προκύπτει ότι κατά τον Δήμο το επίμαχο του κανονισμού εργασίας αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ουδετερότητας της δημόσιας υπηρεσίας, η οποία βρίσκει νομικό έρεισμα στην αρχή της αμεροληψίας και της ουδετερότητας του κράτους. Κατέληξε ότι ένας τέτοιος εσωτερικός κανόνας δημοτικής αρχής μπορεί να δικαιολογηθεί από τη βούληση της να καθιερώσει ουδέτερο διοικητικό περιβάλλον, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγκεκριμένος κανόνας είναι πρόσφορος, αναγκαίος και αναλογικός λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων δικαιωμάτων και συμφερόντων που εμπλέκονται.
Δικηγόρος στη Λάρνακα