Σημαντική θεωρείται η απόφαση που εξέδωσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στις 14.12.2023 στην Έφεση 66/2017, όπου διευκρίνισε τη σχετική νομολογία αναφορικά με τη δυνατότητα στοιχειοθέτησης αγώγιμου δικαιώματος προς αποζημίωση μετά από ακυρωτική απόφαση πράξης ή παράλειψης ή απόφασης διοικητικής Αρχής.

Η έκδοση ακυρωτικής απόφασης δεν δημιουργεί αυτοδικαίως και δικαίωμα προς αποζημίωση, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και ειδικά όταν τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, η ζημιά θα πρέπει να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή να προέκυψε ως άμεση συνέπεια της.

Αναθέτουσα Αρχή, κατόπιν προκήρυξης δημόσιου διαγωνισμού για εκτέλεση δύο παρόμοιων τεχνικών έργων, κατακύρωσε τον διαγωνισμό για το ένα έργο στον επιτυχόντα εργολήπτη που συμμετείχε με προσφορές και για τα δύο έργα και το διαγωνισμό για το άλλο έργο σε άλλο εργολήπτη, ενώ θα μπορούσε να αναθέσει και τα δύο έργα στον ίδιο. Ο εργολήπτης καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απόφασης για κατακύρωση του διαγωνισμού για το δεύτερο έργο στον άλλον εργολήπτη και πέτυχε την ακύρωση της σχετικής απόφασης της διοικητικής Αρχής.

Ακολούθως, ζήτησε από αυτή να τον πληροφορήσει εάν προέβη σε ενέργειες προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 146.5, για να λάβει απάντηση ότι το έργο εκτελέστηκε και δεν υπήρχε περιθώριο επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης. Επανήλθε με νεότερη επιστολή, υποδεικνύοντας την υποχρέωση της Αρχής προς συμμόρφωση και ζήτησε να πληροφορηθεί εάν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη, θα κατακυρωνόταν ο διαγωνισμός προς αυτόν και για το δεύτερο έργο.

Ο εργολήπτης επέμεινε καταχωρώντας και νέα προσφυγή εναντίον της παράλειψης της Αρχής να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση και το Δικαστήριο έκρινε ότι παρεχόταν πεδίο επανεξέτασης και η παράλειψη της να επανεξετάσει την ακυρωθείσα πράξη, κηρύχθηκε άκυρη. Η διοικητική Αρχή εφεσίβαλε την απόφαση ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι υπήρχε περιθώριο επανεξέτασης, αφής στιγμής το έργο εκτελέστηκε και ότι η έννοια της αποκατάστασης περιορίζεται πλέον σε χρηματική αποζημίωση, με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος.

Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της έφεσης, στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε ο Πρόεδρος κ. Αντώνης Λιάτσος, έκρινε ότι κατά συνταγματική επιταγή, Άρθρο 146.5 η Διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί ενεργά με την ακυρωτική απόφαση και να επανεξετάσει το ζήτημα με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς, που ίσχυε κατά το χρόνο που λήφθηκε η ακυρωθείσα από το Δικαστήριο απόφαση. Η ενεργός συμμόρφωση, ανέφερε, έχει την έννοια της διόρθωσης της όποιας πλημμέλειας είχε ακυρωτικώς διαπιστωθεί, κατά τρόπο που να οδηγεί στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης και να αποκαθιστά την τάξη πραγμάτων που ίσχυε πριν την έκδοση της.

Περαιτέρω, τόνισε, ως απόσταγμα από τη νομολογία προκύπτει ότι δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί από την αρμόδια διοικητική Αρχή. Ζημιά που προκλήθηκε ή προέκυψε, ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας απόφασης. Η υποστήριξη βάσης αγωγής και η διεκδίκηση αποζημιώσεων, δεν γεννάται ipso facto από την ακυρωτική απόφαση. Η ακύρωση διοικητικής πράξης, συνιστά την πρώτη προϋπόθεση, η αξίωση προς αποζημίωση ή άλλη θεραπεία, η οποία πρέπει να απευθύνεται αρχικά προς τη διοίκηση, είναι η δεύτερη προϋπόθεση και η τρίτη προϋπόθεση είναι η απόρριψη της αξίωσης ή η παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να την εξετάσει.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αντικειμενική αδυναμία εκτέλεσης ακυρωτικής απόφασης οδηγεί στον περιορισμό σε χρηματική αποζημίωση, υπό την αίρεση ότι προκύπτει ζημιά και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις προς αποζημίωση. Για να τεθεί η περίπτωση του προσφεύγοντα στα πλαίσια του Άρθρου 146.6 θα πρέπει να αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε το διαγωνισμό, εάν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωτική πράξη. Η στοιχειοθέτηση, δηλαδή, δικαιώματος προς αποζημίωση, προϋποθέτει επιβεβαίωση ότι θα του κατακυρωνόταν ο διαγωνισμός.

Όπως τόνισε το Δικαστήριο, στοιχείο που θα προέκυπτε μέσα από την επανεξέταση, όπου και θα διαφαινόταν κατά πόσο, παρά την στο μεταξύ εκτέλεση του έργου, θα ήταν ο επιτυχών προσφοροδότης. Τότε και μόνο, υπό τις συνθήκες, θα στοιχειοθετεί το ζήτημα αποζημίωσης, γεγονός που θα ενεργοποιούσε την υποχρέωση του προσφεύγοντα να απευθυνθεί πρώτα στη διοίκηση για αποζημιώσεις και σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος του, να κινηθεί δικαστικά με καταχώρηση πολιτικής αγωγής. Η δικαστική κατάληξη είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντίκρισε το ζήτημα στη σωστή του διάσταση και απέρριψε την έφεση.

  • Δικηγόρος στη Λάρνακα