Στο Νταβός ειπώθηκε φέτος κάτι που οι μικρές χώρες γνωρίζουν εδώ και καιρό: η παγκόσμια τάξη δεν μεταρρυθμίζεται ομαλά. Διαρρηγνύεται. Οι κανόνες υπάρχουν, αλλά η ισχύς αποφασίζει, πιο ξεκάθαρα από ποτέ, πότε εφαρμόζονται. Για τα μικρά κράτη, αυτό αποτελεί κίνδυνο. Όχι μόνο επενδύσεων και ανάπτυξης, αλλά στρατηγικής επιβίωσης.

Οι μικρές οικονομίες οικοδόμησαν την ευημερία τους πάνω στην προβλεψιμότητα. Στο διεθνές δίκαιο, στην εφαρμογή των συμβάσεων, στην παραδοχή ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν διά της ισχύος. Όταν αυτά υποχωρούν, αυξάνεται το ασφάλιστρο κινδύνου. Στο κεφάλαιο, στο χρέος, ακόμη και στη γεωπολιτική στάθμιση μιας χώρας. Ο γεωοικονομικός κατακερματισμός – εμπόριο και επενδύσεις οργανωμένα γύρω από πόλους ισχύος – μειώνει  την αποδοτικότητα και αυξάνει την αστάθεια. Το κεφάλαιο αναζητά πια όχι μόνο απόδοση, αλλά και πολιτική πια ευθυγράμμιση.

Η Κύπρος το γνωρίζει αυτό καλύτερα από πολλούς.

Η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση βασίστηκε σε μια λογική (όχι αφελή) προσδοκία: ότι η Ένωση λειτουργεί ως ασφαλές λιμάνι για μικρά κράτη. Ότι οι κανόνες εφαρμόζονται συμμετρικά. Ότι η αλληλεγγύη είναι θεσμική και όχι επιλεκτική. Και τα μικρά κράτη χρειάζονται κανόνες, διότι δεν διαθέτουν ισχύ.

Κι όμως, το καθοριστικό τραύμα της σύγχρονης κυπριακής πολιτικής οικονομίας ήταν η στιγμή που το «ασφαλές λιμάνι» αποδείχθηκε υπό όρους. Το 2013, η Ευρώπη αντιμετώπισε την κυπριακή κρίση (που εκείνη ουσιαστικά μάς επέβαλε με το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων) με ένα αλλοπρόσαλλο και αχρείαστο κούρεμα καταθέσεων. Επιχειρήσεις και νοικοκυριά επωμίστηκαν απώλειες που δύσκολα θα επιβάλλονταν σε μεγαλύτερα κράτη. Και πολιτικά, αυτό έστειλε ένα καθαρό μήνυμα.

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινητοποιεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για την Ουκρανία. Και ορθώς καταδικάζει την εισβολή της Ρωσίας ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως εδώ αναδύεται μια θεμελιώδης αντίφαση: η εισβολή στην Ουκρανία «μετρά», ενώ η συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου από την Τουρκία δεν μετρά με τον ίδιο τρόπο.

Για πενήντα χρόνια, ένα κράτος-μέλος της ΕΕ παραμένει στρατιωτικά κατεχόμενο. Η Λευκωσία -η τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης- λειτουργεί ως de facto σύνορο εντός της Ένωσης. Και όμως, αυτή η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως «παγωμένο πολιτικό ζήτημα», όχι ως ζωντανή ευρωπαϊκή αποτυχία εφαρμογής των ίδιων αρχών που σήμερα επικαλούμαστε για την Ουκρανία.

Αυτό δεν είναι επιχείρημα κατά της στήριξης προς την Ουκρανία. Είναι επιχείρημα υπέρ της συνέπειας. Όταν η παραβίαση της κυριαρχίας καταδικάζεται επιλεκτικά, το διεθνές δίκαιο μετατρέπεται από κανόνα σε εργαλείο ισχύος. Και τότε τα μικρά κράτη καταλαβαίνουν ότι η προστασία τους δεν είναι δεδομένη.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του κυπριακού διλήμματος: εκτός ΕΕ οι κανόνες αποδυναμώνονται, εντός ΕΕ εφαρμόζονται άνισα. Πού βρίσκεται, λοιπόν, το καταφύγιο;

Αναντίλεκτα, η ΕΕ παραμένει η καλύτερη διαθέσιμη επιλογή για την Κύπρο. Αλλά, ένα πραγματικό «ασφαλές λιμάνι» δεν κρίνεται από τεχνικές ρυθμίσεις σε περιόδους νηνεμίας, αλλά από το ποιος προστατεύεται όταν το κόστος γίνεται πολιτικά επώδυνο. Η εμπειρία της Κύπρου έδειξε ότι το κούρεμα του 2013 δεν ήταν απλώς προϊόν θεσμικών ελλείψεων, αλλά συνέπεια μεγέθους. Μια λύση που ήταν πολιτικά διαχειρίσιμη ακριβώς επειδή αφορούσε ένα μικρό κράτος.

Αν η Ευρώπη θέλει να είναι ασφαλές πλαίσιο για όλα τα κράτη-μέλη, χρειάζεται βαθύτερη ολοκλήρωση με ρητές ρήτρες στήριξης σε περιόδους κρίσης. Μηχανισμούς που ενεργοποιούνται αυτόματα και δεν εξαρτώνται από τη διαπραγματευτική ισχύ ή τη γεωπολιτική βαρύτητα κάθε χώρας. Αλλιώς, η αλληλεγγύη παραμένει πολιτική επιλογή και όχι θεσμική υποχρέωση.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας οφείλει να ενσωματώνει την ευαλωτότητα των μικρών κρατών ως δομικό χαρακτηριστικό της Ένωσης και όχι ως εξαίρεση. Όσο η διαχείριση κρίσεων επιτρέπει λύσεις που θα ήταν αδιανόητες για μεγαλύτερες οικονομίες, το μήνυμα είναι σαφές: η ισότητα είναι διακήρυξη, όχι εγγυημένη πρακτική.

Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Η Κύπρος ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Αυτό δεν είναι απλώς θεσμικό προνόμιο. Είναι ευθύνη. Αν η Ευρώπη θέλει να μιλά για στρατηγική αυτονομία και κράτος δικαίου, δεν μπορεί να αποδέχεται επ’ αόριστον τη de facto διχοτόμηση μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Το μέλλον της Ένωσης περνά και από τη Λευκωσία. Από το αν οι κανόνες θα ισχύουν για όλους. Από το αν η αλληλεγγύη θα είναι συμμετρική. Από το αν το διεθνές δίκαιο θα είναι αρχή. Ή απλώς επιλογή. Από το αν το λιμάνι θα είναι ασφαλές για όλους, ή όχι!

  * Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge