Οι πρόσφατες διπλωματικές προσπάθειες μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών διαπραγματευτών για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα αποδείχθηκαν άκαρπες την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου, όταν o Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε στρατιωτικά πλήγματα κατά της χώρας.
Στο μαζικό αυτό χτύπημα συμμετείχε και το Ισραήλ, συντασσόμενο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ιράν απάντησε πλήττοντας αμερικανικές βάσεις και συμφέροντα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κατάρ να συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών που βρέθηκαν στο επίκεντρο των διασταυρούμενων πυρών.
Φαίνεται ότι ο Τραμπ είχε ως στόχο την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, με τις συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν πιθανόν να χρησιμοποιήθηκαν ως αντιπερισπασμός, ώστε να αιφνιδιαστούν η Τεχεράνη και ο υπόλοιπος κόσμος.
Ωστόσο, ακόμη και αν ο Πρόεδρος εισήλθε στις διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη συμφωνίας, υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες το Ιράν να αποδεχθεί όλες τις αμερικανικές απαιτήσεις.
Ως εκ τούτου, τα στρατιωτικά πλήγματα φαίνεται πως αποτελούσαν εξαρχής το πιο πιθανό σενάριο, κάτι που εξηγεί και τη σημαντική συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή το προηγούμενο διάστημα.
Ράλι στο πετρέλαιο και ενίσχυση του δολαρίου
Η εντονότερη αντίδραση καταγράφηκε στις τιμές του πετρελαίου, καθώς το Ιράν καλύπτει περίπου το 3% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Ο ΟΠΕΚ+ ανακοίνωσε, ύστερα από την τελευταία μηνιαία συνεδρίασή του, ότι θα επαναλάβει τις αυξήσεις στην παραγωγή από τον Απρίλιο. Ωστόσο, η ανακοίνωση είχε περιορισμένη επίδραση στις τιμές, οι οποίες κινήθηκαν εκ νέου ανοδικά μετά την απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σχεδόν το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Ο χρυσός ξεκίνησε την εβδομάδα ανοδικά, ωστόσο υποχώρησε την Τρίτη, καθώς το δολάριο αναδείχθηκε ως το προτιμώμενο ασφαλές καταφύγιο. Η ενίσχυση του δολαρίου πιθανότατα να συνδέεται με ανησυχίες ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο επίμονο πληθωρισμό στο μέλλον.
Πράγματι, οι επενδυτές περιόρισαν τις προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων, τιμολογώντας πλέον ελαφρώς λιγότερες από δύο μειώσεις των 25 μονάδων βάσης έως το τέλος του έτους.
Οι ευρωπαϊκές μετοχές υποχωρούν, η Wall Street αντέχει
Στις αγορές μετοχών, οι ευρωπαϊκοί δείκτες σημείωσαν έντονη πτώση, καθώς η Ευρωζώνη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενες προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι αναμενόμενες αυξήσεις στις τιμές ενδέχεται να περιορίσουν σημαντικά τη δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τις ενεργειακά ευάλωτες οικονομίες.
Αντίθετα, η Wall Street διατήρησε σχετικά θετική εικόνα. Παρότι ξεκίνησε την εβδομάδα πτωτικά, έκλεισε τη Δευτέρα σε θετικό έδαφος. Αν και υποχώρησε εκ νέου την Τρίτη, ανέκαμψε την Τετάρτη, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Η ανθεκτικότητα της αμερικανικής αγοράς, παρά την άνοδο του δολαρίου και των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων – εξέλιξη που συνδέεται με τη μείωση των προσδοκιών για μειώσεις επιτοκίων από τη Fed – εγείρει εύλογα ερωτήματα. Διατηρούν οι επενδυτές υψηλά επίπεδα ρευστότητας, προετοιμαζόμενοι για μια εντονότερη στροφή προς την αποστροφή κινδύνου; Ή θεωρούν ότι υπάρχουν περιορισμένα περιθώρια περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης, πέρα από μια αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν;
Με τον Πρόεδρο Τραμπ να δηλώνει ότι πλέον είναι πολύ αργά για διαπραγματεύσεις και ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες, η πρώτη εκδοχή ίσως αποδειχθεί πιο ρεαλιστική.
Γεν και ελβετικό φράγκο στο προσκήνιο
Σε άλλα μέτωπα, δύο νομίσματα που παραδοσιακά θεωρούνται κυρίαρχα ασφαλή καταφύγια βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο. Το ιαπωνικό γεν, στηριζόμενο από νέες λεκτικές παρεμβάσεις των ιαπωνικών αρχών, επιχείρησε να ανακόψει την άνοδο του δολαρίου έναντι του γεν – μια άνοδος που είχε εξαλείψει γρήγορα τα κέρδη του ιαπωνικού νομίσματος που είχαν καταγραφεί μετά τις εκλογές.
Παράλληλα, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, Καζούο Ουέντα, περιόρισε τις προσδοκίες για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων, υπογραμμίζοντας ότι απαιτούνται ισχυρές μισθολογικές αυξήσεις στις επικείμενες ετήσιες μισθολογικές διαπραγματεύσεις «Shunto» προκειμένου να δικαιολογηθεί μια πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Την ίδια στιγμή, το ελβετικό φράγκο παραμένει κοντά σε πολυετή υψηλά έναντι τόσο του ευρώ όσο και του δολαρίου.
Η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως χρειαστεί σύντομα να παρέμβει στην αγορά, εφόσον η ενίσχυση του νομίσματος συνεχιστεί και αρχίσει να απειλεί τη μακροοικονομική σταθερότητα της χώρας.
* Ανώτερος Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis XM
** Επικεφαλής Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis XM