Η Ολομέλεια της Βουλής προχώρησε, λανθασμένα και βεβιασμένα, στην υπερψήφιση πρότασης νόμου, η οποία όχι μόνο κρίνεται αντισυνταγματική, αλλά ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρότατα προβλήματα στο κράτος, στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, στο αποθεματικό και τη ρευστότητά της και, κατ’ επέκταση, στην ίδια την ευρωστία του Οργανισμού αλλά και στους ίδιους τους πελάτες της Αρχής.
Η λογική είναι πολύ απλή. Είναι δύσκολη εξίσωση το ρεύμα και σίγουρα δεν λύνεται με κομματικές υπολογιστικές.
Ειδικότερα, η Βουλή αποφάσισε να αποζημιώνεται η πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια από οικιακά φωτοβολταϊκά στο πλαίσιο του net metering, η οποία σήμερα μηδενίζεται κάθε τριετία. Η πρόνοια αυτή, όμως, πέραν της αντισυνταγματικότητάς της, ενέχει σοβαρότατους κινδύνους τόσο για την ΑΗΚ όσο και για το κράτος και τους ίδιους τους πολίτες της που πληρώνουν έμμεσα το net metering, κάτι που θα εξηγηθεί πιο κάτω. Κινδύνους που η Βουλή, αδικαιολόγητα, επέλεξε να αγνοήσει.
Βάσει αυτού του νόμου «ξηλώνονται» χιλιάδες συμβόλαια και πλήττονται τα συμφέροντα του κράτους, τα πάνω από 300.000 νοικοκυριά που δεν έχουν φωτοβολταϊκά αλλά και η λογική.
Το πλέον παράδοξο είναι ότι μια πρόταση νόμου για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα κατατέθηκε με τη μορφή του κατεπείγοντος, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε διαβούλευση και, κυρίως, χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε εκτίμηση κόστους και οφέλους. Πρόκειται για μια απόφαση που, στην παρούσα φάση, το μόνο που φαίνεται να εξυπηρετεί είναι προεκλογικές σκοπιμότητες.
Παρασκηνιακά και όχι μόνο, ακόμη και οι βουλευτές που υπερψήφισαν τη συγκεκριμένη πρόταση γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν υπάρχει περίπτωση να υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και σκοπός, αυτών τουλάχιστον που ήξεραν ότι σίγουρα θα γίνει αναπομπή του νόμου, φαίνεται πως δεν ήταν να χρεωκοπήσουν την ΑΗΚ, η οποία εν τέλει θα γλύτωνε αφού ως ρυθμιζόμενη Αρχή τα έξοδα της θα φορτώνονταν στους πελάτες της, αλλά να δημιουργηθεί περιρρέουσα, λίγο καιρό πριν τις κάλπες.
Τα οικιακά φωτοβολταϊκά δεν προορίζονται για πλεονάζουσα παραγωγή
Η συγκεκριμένη πρόταση πάσχει όχι μόνο νομικά, αλλά και επί της ουσίας, ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της. Ο λόγος είναι απλός. Ο σκοπός της εγκατάστασης οικιακών φωτοβολταϊκών ουδέποτε ήταν η παραγωγή πλεονάζουσας ενέργειας, αλλά η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών, κάποιου μεγάλου ποσοστόυ τουλάχιστον, μέσω ιδιοκατανάλωσης.
Είναι, επίσης, παράδοξο ότι η Βουλή επιλέγει να προχωρήσει με μια τέτοια νομοθεσία, τη στιγμή που από την 1η Ιανουαρίου 2026 το σχέδιο net metering έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί από το net billing. Το κράτος κατανόησε ορθά ότι στο προηγούμενο σύστημα υπήρχε στρέβλωση, καθώς προβλεπόταν συμψηφισμός της ενέργειας που διοχετευόταν στο δίκτυο με την ενέργεια που καταναλωνόταν από αυτό, επιβαρύνοντας ουσιαστικά οικονομικά τόσο την ΑΗΚ, όσο και τους υπόλοιπους πελάτες της.
Στην πράξη, η νέα νομοθεσία θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ΑΗΚ και τους υπόλοιπους καταναλωτές που δεν διαθέτουν φωτοβολταϊκά. Διότι αυτοί είναι, επί της ουσίας, που «επιδοτούν» το σύστημα του net metering.
Για να εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται. Όταν ένα οικιακό φωτοβολταϊκό παράγει ενέργεια το μεσημέρι και τη διοχετεύει στο δίκτυο, τις περισσότερες φορές η ενέργεια αυτή έχει μηδενική αξία, επειδή υπάρχει ήδη πλεονάζουσα παραγωγή στο ηλεκτρικό σύστημα και δεν υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση για να απορροφηθεί. Την ίδια ώρα, κατά τις βραδινές ώρες, η ΑΗΚ παρέχει δωρεάν ενέργεια στο συγκεκριμένο νοικοκυριό μέσω του συμψηφισμού, παρότι η ενέργεια αυτή κοστίζει στην ίδια, και κατ’ επέκταση στους υπόλοιπους καταναλωτές, 26 σεντς ανά κιλοβατώρα, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα.
Με τη νέα νομοθεσία που ψήφισε η Βουλή, η επιβάρυνση αυτή όχι μόνο παραμένει, αλλά διευρύνεται. Η ΑΗΚ και οι υπόλοιποι καταναλωτές δεν θα επωμίζονται μόνο τα 26 σεντς για κάθε κιλοβατώρα που θα επιστρέφεται στα νοικοκυριά, αλλά και επιπλέον 11 σεντς, όπως προβλέπει η πρόταση, ως αποζημίωση για κάθε κιλοβατώρα που θα διαγράφεται από τα πλεονάσματα ανά τριετία.
Προεκλογικό πυροτέχνημα
Η μείωση του κόστους του ηλεκτρισμού δεν μπορεί να προκύψει μέσα από απλοϊκές λύσεις που ακούγονται λογικές ή φιλολαϊκές. Προϋποθέτει γνώση του τρόπου λειτουργίας του συστήματος και κατανόηση της αγοράς ηλεκτρισμού. Το σημερινό μοντέλο ήδη προκαλεί δυσλειτουργίες. Αντί, λοιπόν, να αναζητηθούν λύσεις, η Βουλή αποφάσισε να προσθέσει ακόμη ένα πρόβλημα.
Τα οικιακά φωτοβολταϊκά συστήματα δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να παράγουν πλεονάζουσα ενέργεια, αλλά για να καλύπτουν, σε σημαντικό βαθμό, τις ανάγκες των ίδιων των νοικοκυριών. Το γεγονός ότι υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή συνιστά από μόνο του στρέβλωση. Και η απαίτηση να αποζημιώνεται πλέον αυτή η πλεονάζουσα παραγωγή όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά το επιτείνει.
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αναπομπή του νόμου θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη. Δυστυχώς, οι βουλευτές γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν επρόκειτο να επιλύσει προβλήματα, αλλά να δημιουργήσει νέα. Γνώριζαν, επίσης, ότι η αναπομπή της αποτελούσε ουσιαστικά μονόδρομο.
Για ακόμη μία φορά, βουλευτές και κόμματα επέλεξαν, για προεκλογικούς λόγους, να βάλουν σε περιπέτειες έναν ολόκληρο ημικρατικό οργανισμό. Αν υπήρχε πραγματική πρόθεση αλλαγής του συστήματος, υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος, εδώ και τέσσερα χρόνια που βρίσκονται στα έδρανα της Βουλής, ώστε το θέμα να συζητηθεί σε βάθος και να κατατεθούν εισηγήσεις με τον σωστό θεσμικό τρόπο, ώστε να μπορούσε να προκύψει και ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Η κατάθεση μιας τέτοιας πρότασης νόμου με τη μορφή του κατεπείγοντος είναι μείζον πολιτικό και θεσμικό φάουλ που δείχνει ότι σκοπός δεν ήταν η δίκαιη λύση των όποιων προβλημάτων, αλλά ακόμη μία εφαρμογή λαϊκισμού, δύο μήνες πριν τις εκλογές από βουλευτές που λειτουργούν υπό πανικό λόγω των δημοσκοπήσεων. Εν αντιθέσει, αν ο σκοπός τους ήταν πραγματικά αυτός, δηλαδή να αποζημιώνεται η πλεονάζουσα ενέργεια των νοικοκυριών, τότε το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, αφού διαφαίνεται πως ούτε κατανοούν τι ψήφισαν, ούτε τι προβλήματα θα επέφεραν, σε περίπτωση – που δεν πρόκειται να γίνει – υπογραφόταν αυτή η νομοθεσία από τον Πρόεδρο.