Η ενοχή των εργαζόμενων γονέων αποτελεί μία από τις πιο συχνές αλλά λιγότερο συζητημένες εμπειρίες στον σύγχρονο εργασιακό χώρο. Εκφράζεται με φράσεις όπως «δεν είμαι αρκετά παρών στο σπίτι» ή «φεύγω νωρίς από τη δουλειά και νιώθω άσχημα». Συχνά βιώνεται ως προσωπική αποτυχία στη διαχείριση των ρόλων.
Ωστόσο, η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι το φαινόμενο δεν είναι απλώς ατομικό, είναι βαθιά συστημικό και πολιτισμικό.
Η κατανόηση αυτής της διάκρισης είναι σημαντική, όχι μόνο για την ευημερία των εργαζομένων, αλλά και για τη βιωσιμότητα των ίδιων των οργανισμών.
Η ψυχολογία της ενοχής στον πολλαπλό ρόλο
Η ενοχή προκύπτει όταν υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε και σε αυτό που πιστεύουμε ότι «θα έπρεπε» να κάνουμε. Στην περίπτωση των εργαζόμενων γονέων, τα «πρέπει» είναι διπλά και συχνά αντικρουόμενα:
∙ να είμαι πλήρως διαθέσιμος στη δουλειά
∙ να είμαι πλήρως παρών στην οικογένεια
Η θεωρία της σύγκρουσης ρόλων δείχνει ότι όταν οι απαιτήσεις της εργασίας και της οικογένειας δεν είναι συμβατές, αυξάνεται το στρες, μειώνεται η ικανοποίηση από τη ζωή και ενισχύονται τα συναισθήματα ενοχής (Greenhaus & Beutell, 1985).
Το αφήγημα της «καλής διαχείρισης χρόνου»
Στην επαγγελματική βιβλιογραφία η λύση παρουσιάζεται συχνά ως θέμα καλύτερου προγραμματισμού. Όμως η έρευνα δείχνει ότι το work-family conflict δεν εξαρτάται τόσο από τις δεξιότητες time management, αλλά από:
∙ τον φόρτο εργασίας
∙ τον βαθμό ευελιξίας
∙ τη στάση των προϊσταμένων
∙ τις άτυπες προσδοκίες για διαθεσιμότητα (Allen et al., 2013)
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για το πώς οργανώνει ο εργαζόμενος τον χρόνο του, αλλά για το πόσο ρεαλιστικό είναι το εργασιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει.
Η ενοχή ως αποτέλεσμα εσωτερικών και εξωτερικών προσδοκιών
Η ενοχή των εργαζόμενων γονέων δεν διαμορφώνεται μόνο από τις οργανωσιακές πρακτικές, αλλά και από τις προσωπικές πεποιθήσεις και τα κοινωνικά πρότυπα που κουβαλούν οι ίδιοι μέσα τους.
Πολλοί επαγγελματίες που βιώνουν έντονα αυτό το συναίσθημα είναι άνθρωποι με υψηλή αίσθηση ευθύνης, ισχυρή ταύτιση με τον ρόλο τους και υψηλά standards επιτυχίας. Η ανάγκη να είναι «καλοί» σε όλα, καλοί γονείς, καλοί συνεργάτες, καλοί ηγέτες, δεν προέρχεται μόνο από τον οργανισμό, αλλά και από μια προσωπική αφήγηση αξίας, που συνδέεται με την απόδοση και τη διαθεσιμότητα.
Ταυτόχρονα, τα σύγχρονα κοινωνικά πρότυπα ενισχύουν μια εικόνα του ιδανικού γονέα που είναι διαρκώς παρών, συναισθηματικά διαθέσιμος και ενεργά εμπλεκόμενος. Όταν αυτή η εικόνα συναντά ένα απαιτητικό επαγγελματικό πλαίσιο, η σύγκρουση δεν βιώνεται μόνο πρακτικά αλλά και υπαρξιακά: «όπου κι αν βρίσκομαι, νιώθω ότι θα έπρεπε να είμαι κάπου αλλού» ή δεν είμαι πουθενά αρκετά καλός
Έτσι, η ενοχή δεν παράγεται ούτε αποκλειστικά από την εργασία, ούτε αποκλειστικά από την οικογένεια. Παράγεται στο σημείο όπου συναντιούνται:
∙ οι επαγγελματικές προσδοκίες
∙ τα κοινωνικά στερεότυπα για την επιτυχία
∙ οι προσωπικές πεποιθήσεις για την αξία και τη φροντίδα
Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και σε υποστηρικτικά περιβάλλοντα πολλοί εργαζόμενοι γονείς συνεχίζουν να νιώθουν ότι «δεν κάνουν αρκετά». Η πίεση δεν βρίσκεται μόνο έξω από αυτούς. Έχει γίνει εσωτερικός διάλογος.
Μητέρες, πατέρες και κοινωνικές προσδοκίες
Η ενοχή δεν βιώνεται με τον ίδιο τρόπο από όλους. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι μητέρες εξακολουθούν να φέρουν το μεγαλύτερο ψυχολογικό βάρος της «ιδανικής γονεϊκότητας», ακόμη και όταν εργάζονται πλήρως (Meeussen & Van Laar, 2018).
Ταυτόχρονα, οι πατέρες που επιλέγουν ενεργό ρόλο στην οικογένεια συχνά βιώνουν την πίεση να αποδείξουν ότι παραμένουν εξίσου αφοσιωμένοι επαγγελματικά.
Έτσι, η ενοχή δεν είναι μόνο θέμα ρόλων. Είναι θέμα κοινωνικών προσδοκιών για το τι σημαίνει «καλός γονέας» και «επιτυχημένος επαγγελματίας».
Γιατί αφορά την απόδοση των οργανισμών
Το working parent guilt δεν είναι μόνο θέμα ευημερίας. Η χρόνια ψυχική σύγκρουση οδηγεί σε γνωστική κόπωση και μειωμένη ενεργειακή διαθεσιμότητα (ten Brummelhuis & Bakker, 2012). Επηρεάζει άμεσα:
∙ τη συγκέντρωση
∙ τη λήψη αποφάσεων
∙ τη δημιουργικότητα
∙ τη μακροχρόνια δέσμευση
Αντίθετα, όταν οι εργαζόμενοι βιώνουν υποστήριξη στον πολλαπλό τους ρόλο, εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα engagement και απόδοσης.
Μια διαφορετική ανάγνωση της ενοχής
Η ενοχή των working parents δεν είναι πρόβλημα που πρέπει να εξαλειφθεί σε ατομικό επίπεδο. Είναι μία πληροφορία που δείχνει ότι οι άνθρωποι θέλουν να είναι παρόντες και ουσιαστικοί και στους δύο σημαντικούς τομείς της ζωής τους.
Οι οργανισμοί που κατανοούν αυτό το μήνυμα και σχεδιάζουν με βάση αυτό δεν γίνονται απλώς πιο «family friendly». Γίνονται πιο ανθρώπινοι και ταυτόχρονα πιο αποδοτικοί.
Γιατί, τελικά, η ισορροπία μεταξύ εργασίας και οικογένειας δεν είναι ατομικό project. Είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ορίζουμε την επιτυχία, την αξία και την παρουσία στον σύγχρονο εργασιακό κόσμο.
Η ενοχή δεν είναι ο εχθρός που πρέπει να εξαφανιστεί. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάτι έχει αξία και για τους δύο κόσμους στους οποίους ανήκουμε.
Αντί να αναρωτιόμαστε συνεχώς «πού δεν είμαι αρκετός», χρειάζεται να αρχίσουμε να ρωτούμε: «Πού είμαι ουσιαστικά παρών;».
Γιατί η γονεϊκότητα δεν χτίζεται πάνω στην τελειότητα, αλλά πάνω στη σχέση. Και η σχέση δεν απαιτεί περισσότερο χρόνο, απαιτεί ψυχικό χώρο.
Από την ατομική διαχείριση στη συστημική προσέγγιση
Η ουσιαστική μετατόπιση δεν βρίσκεται στο «πώς θα διαχειριστώ την ενοχή μου», αλλά στο «πώς δημιουργούμε περιβάλλοντα όπου δεν χρειάζεται να την αναπαράγουμε».
Αυτό σημαίνει:
∙ ρεαλιστικούς στόχους και φόρτο εργασίας
∙ ευελιξία χωρίς σιωπηλές ποινές
∙ ηγεσία που λειτουργεί ως πρότυπο ορίων
∙ ψυχολογική ασφάλεια για την έκφραση αναγκών
Η υποστήριξη των εργαζόμενων γονέων δεν αποτελεί παροχή προνομίων. Είναι στρατηγική βιώσιμης απόδοσης.
* Εργασιακή Ψυχολόγος, KPMG Κύπρου