Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύθηκε στις 11 Απριλίου 2026, για καθορισμό της υφιστάμενης Βιομηχανικής Ζώνης Γερίου – Ιδαλίου – Τσερίου και των δεκάδων επιχειρήσεων που ήδη λειτουργούν εντός αυτής ως «Λευκής Ζώνης» για περίοδο δύο ετών, δεν αποτελεί μια απλή διοικητική ρύθμιση. Αναδεικνύει με έντονο τρόπο τη διαχρονική απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για την εγχώρια μεταποιητική βιομηχανία.

Σύμφωνα με το σχετικό διάταγμα και νομοθεσία, «Λευκή Ζώνη» είναι πολεοδομικός όρος που περιγράφει περιοχές όπου παγώνουν ή περιορίζονται ουσιαστικά οι αναπτύξεις. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι δεν επιτρέπονται νέες επενδύσεις, είτε από υφιστάμενους είτε από νέους χρήστες ή επιτρέπονται μόνο εξαιρετικά περιορισμένες παρεμβάσεις. Με απλά λόγια, επιχειρήσεις που έχουν ήδη επενδύσει σε εργοστάσια ή σε τεμάχια γης για μελλοντική ανάπτυξη, αποστερούνται της δυνατότητας περαιτέρω αξιοποίησης της περιουσίας τους.

Ενημερωτικά αναφέρεται ότι στη συγκεκριμένη Βιομηχανική Ζώνη (Β.Ζ.) δραστηριοποιείται ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων, που καλύπτουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως η παραγωγή πετροχημικών προϊόντων, βιομηχανίες ανακύκλωσης, παραγωγή οικοδομικών υλικών, αποθήκευση καυσίμων, κλπ.

Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι η Β.Ζ. είναι η μοναδική Κατηγορίας Α’ στην περιφέρεια Λευκωσίας, η μόνη όπου επιτρέπονται χρήσεις αυξημένου βαθμού οχληρίας. Χωροθετήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε άγονη περιοχή και σε περίοδο όπου δεν υπήρχαν οικιστικές αναπτύξεις σε ευρεία ακτίνα.

Η σταδιακή επέκταση των οικιστικών ζωνών προς τη βιομηχανική προκαλεί πιέσεις από τις τοπικές αρχές και ομάδες κατοίκων για περιορισμό της βιομηχανικής δραστηριότητας ακόμα και για αναστολή λειτουργίας της. Λες και η Β.Ζ., με τις περίπου 50  βιομηχανίες, είναι «κινητή μονάδα» που μπορεί να μεταφερθεί σε άλλη περιοχή, αγνοώντας τα τεράστια ιδιωτικά κεφάλαια που έχουν επενδυθεί από τους επιχειρηματίες σε εγκαταστάσεις και υποδομές.

Ανοίγοντας παρένθεση, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξεταστεί η διαχρονική εξέλιξη και αλλαγή των πολεοδομικών ζωνών: πώς, πότε και υπό ποιες συνθήκες αποφασίστηκε η επέκταση των οικιστικών ζωνών προς τη Β.Ζ. Οι χάρτες που είναι διαθέσιμοι στην ηλεκτρονική πύλη του Κτηματολογίου αποτυπώνουν την εξέλιξη των αναπτύξεων από το 1993 και είναι αποκαλυπτικοί.  Μέσα από αυτούς προκύπτει με σαφήνεια ποια χρήση προϋπήρχε και ποια ακολούθησε. Μια πιο εις βάθος ανάλυση θα μπορούσε να φωτίσει κατά πόσο οι αλλαγές στις ζώνες  ήταν απλώς συγκυριακές ή κάτι περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, η ενίσχυση της διαφάνειας είναι αναγκαιότητα, ιδιαίτερα όταν σήμερα επιβάλλεται στη βιομηχανία να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα που δεν διαμόρφωσε η ίδια.

Συνεχίζοντας τώρα, στην ουσία του προβλήματος, τα τελευταία χρόνια η βιομηχανία μας καταβάλλει μια ουσιαστική προσπάθεια να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί, παρά τις δομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Επιχειρήσεις επενδύουν σε εκσυγχρονισμό, τεχνολογία και βελτίωση της παραγωγικότητας, ενώ προσπαθούν να διαχειριστούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον. Παρά τις κατά καιρούς βαρύγδουπες εξαγγελίες για χάραξη εθνικής βιομηχανικής πολιτικής και σχεδίων δράσης, οι πραγματικές συνθήκες εντός των οποίων καλείται να λειτουργήσει η βιομηχανία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, χωρίς ουσιαστικές τομές και χωρίς την αναγκαία πολιτική συνέπεια.

Το κόστος ενέργειας, η δυσκολία εξεύρεσης κατάλληλου τεχνικού δυναμικού λόγω αναντιστοιχίας της παρεχόμενης εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες του κλάδου, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδοτήσεων, η υπερονομοθέτηση και η γραφειοκρατία αποτελούν καθημερινά εμπόδια που η βιομηχανία καλείται να υπερβεί. Και ενώ η Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ) και οι Βιομηχανίες εργάζονται για επίλυση των προβλημάτων, έρχεται η Πολιτεία να εισάγει έναν επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας: το χωροταξικό πλαίσιο λειτουργίας της βιομηχανίας.

Ο χαρακτηρισμός της περιοχής ως «Λευκής Ζώνης», έστω και προσωρινά, προκαλεί δικαιολογημένη ανησυχία ότι αποτελεί προθάλαμο μόνιμων ρυθμίσεων. Ο κίνδυνος αποχαρακτηρισμού της Β.Ζ. στο πλαίσιο αναθεώρησης του τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας είναι υπαρκτός και δεν μπορεί να αγνοηθεί. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σοβαρότατες επιπτώσεις εις βάρος της παραγωγικής βάσης της οικονομίας και η Λευκωσία θα απωλέσει τη μοναδική «βαριά» για τα Κυπριακά δεδομένα Β.Ζ. περιορίζοντας δραστικά τις δυνατότητες ανάπτυξης της μεταποίησης και κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων προς το κράτος ως προς τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των πολιτικών του.

Ζήτημα αξιοπιστίας

Ακριβώς εδώ ανακύπτει το ζήτημα της αξιοπιστίας, αφού η αξιοπιστία μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα της να προσελκύει ξένες επενδύσεις, οι οποίες είναι αναγκαίες και επιθυμητές, αλλά και από το πώς αντιμετωπίζει τις επιχειρήσεις που ήδη δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Διότι η εικόνα που διαμορφώνεται από αποφάσεις που λαμβάνονται δημιουργεί εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσο υπάρχει πραγματική κατανόηση των ανησυχιών, των προβλημάτων, της καθημερινότητας και του παλμού της αγοράς.

Το ζήτημα, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη απόφαση. Αναδεικνύει ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα: τον κατακερματισμό της βιομηχανικής πολιτικής. Σήμερα, η βιομηχανία επηρεάζεται από αποφάσεις που λαμβάνονται σε διαφορετικά υπουργεία και υπηρεσίες, χωρίς ενιαίο συντονισμό και χωρίς σαφή κεντρική στρατηγική κατεύθυνση και ορισμένες φορές χωρίς διαβούλευση με τους άμεσα επηρεαζόμενους, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Υφυπουργείο Βιομηχανίας

Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η ΟΕΒ έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη για θεσμική αναβάθμιση της βιομηχανικής πολιτικής και έχει εισηγηθεί τη δημιουργία είτε ενός Υφυπουργείου Βιομηχανίας, είτε μιας ισχυρής Διεύθυνσης Βιομηχανίας στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, με ουσιαστικές αρμοδιότητες και εξουσίες για λήψη αποφάσεων που την αφορούν. Μια τέτοια δομή θα μπορούσε να διασφαλίσει συνοχή πολιτικής και αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων του τομέα της Βιομηχανίας.

Η θέση της ΟΕΒ και της Βιομηχανίας είναι ξεκάθαρη, η απόφαση για τη «Λευκή Ζώνη» πρέπει να επανεξεταστεί και στο νέο τοπικό Σχέδιο Λευκωσίας πρέπει να κατοχυρωθεί ρητά η διατήρηση του βιομηχανικού χαρακτήρα της Β.Ζ.

Καταληκτικά, η περίπτωση της Β.Ζ. Γερίου – Ιδαλίου συνιστά ένα κρίσιμο τεστ αξιοπιστίας για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα, το ερώτημα προς τους φορείς χάραξης πολιτικής είναι απλό και σαφές: Επιθυμούν την κυπριακή βιομηχανία στο επίκεντρο ή στο περιθώριο;


* Προϊστάμενος, Τμήμα Επιχειρηματικής Ανάπτυξης (ΟΕΒ)