Όσα χρόνια κι αν περάσουν, η ίδια πρακτική εφαρμόζεται στη Βουλή. Κατά τις τελευταίες συνεδρίες του Νομοθετικού Σώματος, πριν από την αυτοδιάλυση του Κοινοβουλίου, ψηφίζεται ένα κατεβατό νομοθετημάτων, στην πλειοψηφία τους αντισυνταγματικών.

Το πιο απογοητευτικό, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές οι νομοθέτες γνωρίζουν πως οι ρυθμίσεις που εγκρίνουν πάσχουν νομικά αλλά και συνταγματικά.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, κατά τις τελευταίες ημέρες λειτουργίας της Βουλής, η εκάστοτε Κυβέρνηση δεν προλαβαίνει να προωθεί στο Κοινοβούλιο τη μία αναπομπή μετά την άλλη και, παράλληλα, να προχωρά σε αναφορές νόμων στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, κατά την προηγούμενη Βουλή, το 2021, το Κοινοβούλιο αυτοδιαλύθηκε λόγω των εκλογών και, εξαιτίας των πολλών αναπομπών, παραμονές των εκλογών οι βουλευτές επέστρεψαν στα κοινοβουλευτικά έδρανα, λαμβάνοντας αποφάσεις.

Η ίδια πρακτική εφαρμόστηκε, δυστυχώς, και φέτος, καθώς μόνο τον τελευταίο ενάμιση μήνα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει προχωρήσει σε 19 αναπομπές νόμων και, παράλληλα, σε αναφορά στο Δικαστήριο αριθμού νομοθεσιών.

Όπως όλα δείχνουν, αυτή τη φορά, και συγκεκριμένα μετά την αυτοδιάλυση της Βουλής την περασμένη Πέμπτη, ίσως δεν χρειαστεί να συγκληθεί εκ νέου η Ολομέλεια και, σε περίπτωση προβληματικών νομοθεσιών, ο Πρόεδρος θα προχωρήσει σε απευθείας αναφορά στο Δικαστήριο.

Πάντως, το ζήτημα των εκποιήσεων φαίνεται να αποτελεί καλό θέμα για την αλίευση ψήφων κάθε φορά που διεξάγονται βουλευτικές εκλογές. Και αυτό, γιατί προ ημερών, ψάχνοντας στο αρχείο μου, διαπίστωσα πως στην εκπνοή της λειτουργίας του Κοινοβουλίου εγκρίνονται νομοθεσίες για τις εκποιήσεις. Αυτό έγινε τόσο το 2016 όσο και το 2021, ενώ, όπως φαίνεται, θα υπάρξει και συνέχεια.

Διαβάζοντας τα ρεπορτάζ των συγκεκριμένων χρόνων, φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα. Η επιχειρηματολογία των κομμάτων δεν άλλαξε ούτε «γιώτα», ενώ από πλευράς του υπουργείου Οικονομικών χρησιμοποιείται η ίδια κινδυνολογία. Παρόλο που έχουν παρέλθει τόσα χρόνια, διαβάζοντας κάποιος τα ρεπορτάζ του 2016 και του 2021, διαπιστώνει ότι τα γεγονότα παραμένουν ίδια.

Πάντα υπήρχε η νομοθεσία για τις εκποιήσεις, απλώς οι τράπεζες, οι οποίες πριν από το 2013 έκαναν «πάρτι», από το οποίο βολεύονταν και οι πολίτες, λειτουργούσαν σε ένα πιο χαλαρό πλαίσιο εφαρμογής του νόμου. Την περίοδο του μνημονίου έσφιξαν τα ζωνάρια για τους πιστωτές, οι οποίοι, σύμφωνα με τα πορίσματα ανεξάρτητων επιτροπών, οδήγησαν την κυπριακή οικονομία στην καταστροφή, ενώ το 2018 διαφοροποιήθηκε το νομικό πλαίσιο για τις εκποιήσεις, οι οποίες θα γίνονταν με πιο ταχείς ρυθμούς.

Το 2021 άλλαξε και πάλι ο νόμος των εκποιήσεων, ενώ η μία αναστολή της νομοθεσίας των πλειστηριασμών διαδεχόταν την άλλη, με αποτέλεσμα να επωφελούνται πολλοί στρατηγικοί κακοπληρωτές. Όταν οι νομοθέτες κατάλαβαν πως το πάγωμα των εκποιήσεων δεν εξυπηρετεί ακόμη και τους επηρεαζόμενους, καθώς οι τόκοι συνέχιζαν να τρέχουν, το 2023 διαφοροποίησαν και πάλι τον νόμο.

Τότε, μάλιστα, η Βουλή ενέκρινε νομοθεσίες με τις οποίες διευρύνονταν οι εξουσίες του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και, παράλληλα, θα λειτουργούσε η ειδική δικαιοδοσία, γνωστή ως Δικαστήριο Εκποιήσεων. Το τελευταίο ουδέποτε λειτούργησε, καθώς η Δικαστική Εξουσία θεώρησε πως δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες. Την ίδια ώρα, οι δανειολήπτες, παρά τα επιπρόσθετα εργαλεία που τους έδωσε η Βουλή, δεν τα αξιοποίησαν επαρκώς.

Το 2026, ενάμιση μήνα πριν από τις εκλογές, η Ολομέλεια ψήφισε 12 νομοθεσίες, από τις οποίες μόνο τρεις υπέγραψε ο Πρόεδρος, για πέντε έκανε αναπομπή και για τέσσερις έκανε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο. Την Πέμπτη, η Ολομέλεια της Βουλής αποδέχθηκε τέσσερις αναπομπές, αφού προηγουμένως τις τροποποίησε, ενώ απέρριψε μία. Εκτιμάται πως από τους τρεις νόμους ο Πρόεδρος θα συναινέσει, ενώ ο τέταρτος θα οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη.

Πάντως, με τις πρόσφατες νομοθεσίες οι δανειολήπτες έχουν θωρακιστεί περαιτέρω. Το ζητούμενο τώρα είναι εάν θα αξιοποιήσουν τα μέτρα που έχουν στη διάθεσή τους. Αφού περάσουν μερικοί μήνες, θα πρέπει να αξιολογηθεί η ανταπόκριση των δανειοληπτών στην αξιοποίηση του νέου πλαισίου. Εάν διαπιστωθεί ότι και αυτή τη φορά δεν υπάρχει ανταπόκριση από τους επηρεαζόμενους, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί η ρίζα του προβλήματος. Ίσως, με τις συνεχείς αλλαγές στο νομικό πλαίσιο για τις εκποιήσεις, κάποιοι να βολεύονται, καθώς καθυστερούν τις διαδικασίες.