Πρόσφατα, το Eurofound δημοσίευσε την έρευνα για τις Συνθήκες Εργασίας για το 2024. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, η Κύπρος κατατάσσεται στην Ευρώπη ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα σωματικής και ψυχικής εξάντλησης στον χώρο εργασίας.

Περίπου το 44% των εργαζομένων στην Κύπρο δηλώνει ότι αισθάνεται σωματικά εξαντλημένο στο τέλος της εργάσιμης ημέρας, ποσοστό που είναι το υψηλότερο μεταξύ των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Ταυτόχρονα, περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους (56%) αναφέρουν ότι βιώνουν έντονο στρες στην εργασία τους, ενώ 21% εργάζεται 6-7 ημέρες την εβδομάδα, μια πραγματικότητα που αποτυπώνει την ένταση και την πίεση που χαρακτηρίζουν την αγορά εργασίας.

Τα στοιχεία έρχονται σε μια περίοδο που η δημόσια συζήτηση στην Κύπρο κυριαρχείται από τις θριαμβολογίες της Κυβέρνησης για τους δείκτες ανάπτυξης και τις αναβαθμίσεις της οικονομίας από τους οίκους αξιολόγησης.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το αφήγημα για οικονομική ανάπτυξη, διαπιστώνεται επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και ραγδαία αύξηση της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Τα ευρήματα της έρευνας αποτυπώνουν μια στυγνή και ανησυχητική πραγματικότητα. Πίσω από τους αριθμούς και τους δείκτες βρίσκονται άνθρωποι που βιώνουν καθημερινά έντονο άγχος και που πρέπει να ανταποκριθούν σε αυξημένες απαιτήσεις με περιορισμένους πόρους.

Η ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής εντείνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, με αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να υποχρεώνονται να εργάζονται περισσότερες ώρες για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, γεγονός που καταδεικνύει ότι το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης συνδέεται ευρύτερα με τις κοινωνικοοικονομικές πιέσεις.

Το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης δεν είναι τυχαίο, ούτε ατομικό πρόβλημα που αφορά τον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά.

Το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απορρύθμιση της κυπριακής αγοράς εργασίας, τις πολλές ώρες εργασίας και την αυξημένη ένταση. Το burnout, όπως και άλλα φαινόμενα, είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζονται την τελευταία δεκαπενταετία στην οικονομία αλλά και στην αγορά εργασίας.

Πρώτοι από όλους επηρεάζονται οι εργαζόμενοι χωρίς συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ιδιαίτερα οι νέοι εργαζόμενοι.

Το Ινστιτούτο Εργασίας ΙΝΕΚ ΠΕΟ, στις τελευταίες ετήσιες εκθέσεις του για την Οικονομία και την Απασχόληση, είχε επισημάνει ότι η ανάπτυξη στην Κύπρο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εντατικοποίηση της εργασίας αντί στην ποιοτική αναβάθμιση μέσω των επενδύσεων και της εισαγωγής της τεχνολογίας. Αυτό συνεπάγεται μεγαλύτερη πίεση προς τους εργαζόμενους και εκμετάλλευση.

Τα ευρήματα του Eurofound ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι οι πιέσεις που οδηγούν σε εργασιακή εξάντληση είναι ήδη παρούσες στην Κύπρο και συνδέονται με την απορρύθμιση της εργασίας.

Η ΠΕΟ θέτει εδώ και καιρό την ανάγκη για ρύθμιση της αγοράς εργασίας καθώς και την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως τον βασικό μηχανισμό καθορισμού όρων απασχόλησης.

Η επαναφορά των ρυθμισμένων όρων απασχόλησης, μέσα από συλλογικές συμβάσεις εργασίας που να καλύπτουν την πλειοψηφία των εργαζομένων, σε συνδυασμό με θεσμικά μέτρα που να στηρίζουν το αποτέλεσμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως και μέτρα που να οδηγούν σε αξιοπρεπές κατώτατο μισθό με βασικά μίνιμουμ θεσμοθετημένα δικαιώματα για τους εργαζομένους που καλύπτονται από τον κατώτατο μισθό, είναι τα εργαλεία για αντιμετώπιση της υπερεργασίας.

Ταυτόχρονα, απαιτούνται πολιτικές που θα διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου για το ζήτημα της ασφάλειας και υγείας στην εργασία και θα αναγνωρίζουν το φαινόμενο του burnout ως σοβαρό εργασιακό κίνδυνο.

Η επαγγελματική εξουθένωση συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και υγεία στην εργασία. Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό οργανισμό για την υγεία και ασφάλεια European Agency for Safety and Health at Work, η υπερβολική ένταση, οι πολλές ώρες εργασίας και η εργασιακή ανασφάλεια μπορούν να προκαλέσουν μειωμένη συγκέντρωση, άγχος, κατάθλιψη και εργασιακή εξουθένωση και συνδέονται με τον αυξημένο κίνδυνο εργατικών ατυχημάτων. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρός εργασιακός κίνδυνος και να ενταχθεί ουσιαστικά στις πολιτικές για την υγεία και ασφάλεια στην εργασία.

* Κεντρικός Οργανωτικός Γραμματέας ΠΕΟ