Στο Στρατηγικό Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής 2027-29 της Κυβέρνησης καταγράφονται οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την οικονομία μας.

Στους κινδύνους που καταγράφονται περιλαμβάνονται η κρίση στη Μέση Ανατολή και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, ο αφθώδης πυρετός που απειλεί την κτηνοτροφία μας, το τερματικό στο Βασιλικό, η ηλεκτρική διασύνδεση του GSI, το πρόβλημα με τους κουρεμένους καταθέτες αξιογράφων, η αύξηση του κόστους ζωής με τη διόγκωση του πληθωρισμού, η άνοδος των επιτοκίων, οι δαπάνες για το ΓεΣΥ και άλλα.

Εμείς, θα προσθέσουμε στους κινδύνους τη διόγκωση των κρατικών δαπανών για το κρατικό μισθολόγιο και τη συντήρηση της κρατικής μηχανής, τις επιχορηγήσεις για το κόστος του ηλεκτρισμού, τις αποζημιώσεις για τον τουριστικό τομέα και άλλες υποχρεώσεις που ενδέχεται να προκύψουν από απρόβλεπτα προβλήματα και αστοχίες ή παραλείψεις του κυβερνητικού έργου.

Όπως γίνεται αντιληπτό, μιλάμε για μια μεγάλη γκάμα κινδύνων, τόσο όσον αφορά το εύρος τους, όσο και τα χρήματα που ενδεχόμενα να χρειαστεί να φύγουν από τα δημόσια ταμεία.

Συγκρίνοντας τώρα τις ανάγκες αυτές με τα υπάρχοντα δημοσιονομικά δεδομένα, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομία μας γενικά έχει τους αναγκαίους πόρους για να αντιμετωπίσει τους περισσότερους απ΄ αυτούς τους κινδύνους.

Φυσικά, αυτό εξαρτάται και από το μέγεθος των προβλημάτων που θα δημιουργηθούν και το εύρος της τρύπας που θα ανοίξει.

Όμως, γενικά, ομιλούντες, η δημοσιονομική κατάσταση σήμερα είναι καλή.

Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, εκείνο που κατά τη γνώμη μας χρειάζεται άμεσα είναι ένας σωστός προγραμματισμός και μια πιθανή προκοστολόγηση των δαπανών που ενδεχόμενα θα απαιτηθούν για τα διάφορα προβλήματα, ώστε να ξέρουμε περίπου που πάμε.

Η απλή καταγραφή των κινδύνων, χωρίς προτεινόμενα μέτρα και κοστολόγηση των πιθανών δαπανών, δεν βοηθά στην αντιμετώπιση της διαμορφούμενης κατάστασης.

Άλλωστε, ας μη ξεχνάμε ότι εκτός από τις δαπάνες που θα επηρεαστούν προς το χειρότερο, θα επηρεαστούν και τα έσοδα, αφού η αβεβαιότητα στην παγκόσμια οικονομία, η πτώση των τουριστικών αφίξεων και άλλα επιμέρους προβλήματα επηρεάζουν και την ανάπτυξη της οικονομίας.

Με βάση τις προβλέψεις της κυβέρνησης και της Ε. Ένωσης, η ανάπτυξη της οικονομίας θα μειωθεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ, έναντι 3.5% του ΑΕΠ που ήταν το 2025.

Άρα, στους υπολογισμούς μας θα πρέπει να προστεθούν και οι απώλειες εσόδων του κράτους και όχι μόνο οι αυξήσεις δαπανών.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου τα σημάδια της οικονομίας γίνονται αρνητικότερα, θα πρέπει έγκαιρα να ληφθούν μέτρα, να περιοριστούν οι σπατάλες και να υπάρξει αυτοσυγκράτηση στις δαπάνες.

Ακόμα, θα πρέπει να προωθηθούν νέοι σχεδιασμοί για τόνωση της ανάπτυξης, για προσέλκυση ξένων επενδύσεων, για ενίσχυση του επιχειρηματικού κλίματος, για ανάπτυξη νέων τομέων επιχειρηματικής δράσης και γενικά για καλύτερη απόδοση των γραναζιών της οικονομίας.

Συνοπτικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι η οικονομία μας παρά τη θετική πορεία της, τη βελτίωση σημαντικών δεικτών της (δημόσιο χρέος, ανεργία και πληθωρισμό), την καλή δημοσιονομική κατάσταση της, αντιμετωπίζει ορατούς κινδύνους που επιβάλλουν δράση και πρωτοβουλίες.

Στόχος μας σ’ αυτή τη φάση πρέπει να είναι ο περιορισμός των κινδύνων και η ενίσχυση των θετικών στοιχείων της οικονομίας, ώστε να ξεπεράσουμε και αυτή τη δύσκολη συγκυρία.