Τα αποτελέσματα του 2018 για την κυπριακή οικονομία, τουλάχιστον όσον αφορά τα στατιστικά, κρίνονται ικανοποιητικά. Η οικονομία αναπτύχθηκε με ποσοστό πέραν του 3% του ΑΕΠ, η ανεργία συνέχισε την καθοδική της πορεία και τα πλεονάσματα της Κεντρικής Κυβέρνησης αυξήθηκαν. Αυτά επισημαίνει ο οικονομολόγος Τάσος Γιασεμίδης, μιλώντας στον «Φ» για το τι θα πρέπει να περιμένει ο Κύπριος πολίτης τη νέα χρονιά.

 

Η διατήρηση του μομέντουμ των αναβαθμίσεων από τους οίκους αξιολόγησης, τονίζει, αποτελεί βασική πρόκληση για το 2019, την ίδια στιγμή που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που άλλοτε ανθούσαν και αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής οικονομίας παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα βιωσιμότητας. «Η χρονιά που έφυγε», αναφέρει ο Τάσος Γιασεμίδης, «σηματοδότησε και τη δεύτερη μεγάλη αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος μετά το 2013.

Η συγχώνευση του “καλού” Συνεργατισμού με την Ελληνική Τράπεζα άλλαξε και πάλι το τραπεζικό τοπίο, ενώ ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του “κακού” Συνεργατισμού. Σημειώνεται πάντως ότι ο οργανισμός που διαχειρίζεται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία δεν έχει ακόμη τις απαραίτητες άδειες για να διεκπεραιώνει τις εργασίες του. Την ίδια στιγμή αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ολοκλήρωση του σχεδίου Εστία και η εφαρμογή του».

Αλληλένδετες με τις οικονομικές συνθήκες στην Κύπρο, παρατηρεί ο κ. Γιασεμίδης, είναι και οι διεθνείς εξελίξεις. Η κυπριακή οικονομία, επισημαίνει, καλείται να λειτουργήσει σε ένα δύσκολο και συνεχώς μεταβαλλόμενο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, με τις πολιτικές προστατευτισμού των ΗΠΑ να προκαλούν τριγμούς με άλλες οικονομικές δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ευρώπη. «Την ίδια στιγμή υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα σε Ουκρανία, Συρία και άλλες περιοχές», εξηγεί. «Από τη μια η μεταβλητότητα προκαλεί προβλήματα στις διεθνείς αγορές, από την άλλη η Κύπρος μπορεί να αποτελέσει τον πυλώνα σταθερότητας με τη γεωγραφική της θέση να καταγράφεται στα σημαντικά της πλεονεκτήματα.

Δύο γεγονότα που σίγουρα θα επηρεάσουν την ευρωπαϊκή και ενδεχομένως την παγκόσμια οικονομία είναι η έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ο τρόπος που τελικά θα γίνει αυτό και η λήξη των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, κυρίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Το Brexit, αν τελικά προχωρήσει χωρίς συμφωνία των δύο μερών, αναμένεται να προκαλέσει οικονομικές και πολιτικές αναταράξεις. Την ίδια στιγμή ενδεχομένως να υπάρξουν και ευκαιρίες, μέσα από οργανισμούς που θέλουν να συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη.

Η λήξη του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης από την ΕΚΤ ενδεχομένως να οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στις ευρωπαϊκές αγορές, εφόσον αφαιρείται από την εξίσωση ένας εν δυνάμει μεγάλος αγοραστής ομολόγων. Αυτό αναμένεται να επηρεάσει κυβερνήσεις οι οποίες θα βγουν στις αγορές εντός του επόμενου έτους. 

Πιθανώς προς το τέλος του 2019 να δούμε τη σταδιακή αύξηση των επιτοκίων. Το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων βοήθησε από τη μια στην παροχή ρευστότητας στην αγορά, από την άλλη όμως (πέραν του ότι λειτούργησε ως αντικίνητρο για τις αποταμιεύσεις) επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία των τραπεζών και τις αποδόσεις ασφαλιστικών ταμείων και ταμείων προνοίας».

Αναδιάρθρωση χρηματοπιστωτικού τομέα

Μετά τις αποφάσεις του 2018, δηλώνει ο κ. Γιασεμίδης, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αναδιαρθρώθηκε με σημαντικό μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων να βγαίνει εκτός του συστήματος, είτε μέσω της διάσπασης του Συνεργατισμού ή μέσω της αγοράς μεγάλου πακέτου δανείων από επενδυτικά ταμεία. Τα πιο πάνω, παρατηρεί, μπορεί εν μέρει να αποσυμφορίζουν τους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά από την άλλη δεν έλυσαν το πρόβλημα:

«Πολλοί πολίτες συνεχίζουν να είναι υπερδανεισμένοι και αδυνατούν να αποπληρώσουν τα δάνειά τους ενώ ο ρυθμός εκποίησης ή ανάκτησης των υποθηκών θα επηρεάσει τον τομέα των ακινήτων. Είναι σημαντικό να δούμε εμπειρικά πώς θα τύχουν διαχείρισης δάνεια που εξαγοράστηκαν.

Σημειώνεται ότι τέτοιοι οργανισμοί ψάχνουν για γρήγορες λύσεις, π.χ. είναι περιορισμένη η δυνατότητα αναδιάρθρωσης δανείου, όπως η πώληση της υποθήκης ή άμεση εξόφληση του δανείου και προς αυτή την κατεύθυνση οι εταιρείες διαχείρισης είναι διατεθειμένες να παρέχουν σημαντικές εκπτώσεις. Την ίδια στιγμή αναμένεται να δούμε και την οριστικοποίηση των κριτηρίων του Εστία και η ανακοίνωση της διαδικασίας με την οποία θα γίνονται οι αιτήσεις. Ακόμη με περισσότερο ενδιαφέρον αναμένεται η ανακοίνωση του σχεδίου που αφορά τους «καλούς» δανειολήπτες».

Σύμφωνα με τον κ. Γιασεμίδη, τα σχέδια αυτά θα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις που το δάνειο είναι βιώσιμο, δηλαδή μετά την αναδιάρθρωσή του στο ποσό αξίας της υποθήκης ο δανειολήπτης μπορεί να καταβάλλει το μέρος της δόσης που δεν θα καλύπτεται από το κράτος. Αναμένεται ότι αριθμός δανείων που βρίσκονται στα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά θα τύχουν ανακατάταξης, κάτι που θα βοηθήσει και τα κεφάλαια των τραπεζών, υποστηρίζει.