Εντός δεκαημέρου αναμένεται να πέσουν οι υπογραφές για την πώληση και της Cyta UK, της θυγατρικής της ΑΤΗΚ στη Βρετανία, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας που ξεκίνησε πριν πέντε περίπου μήνες ο ημικρατικός οργανισμός. Η πώληση της Cyta UK μετά την επίσης επιτυχή πώληση της Cyta Hellas, ολοκληρώνει ουσιαστικά τη στρατηγική που αποφάσισε το δ.σ. της ΑΤΗΚ, για να ξεκαθαρίσει από χρόνιες πληγές, που από τη μια απομυζούσαν σημαντικά κονδύλια από τα κέρδη του οργανισμού τα προηγούμενα χρόνια, ενώ ταυτόχρονα πλέον δεν είχαν τον στρατηγικό ρόλο για τον οποίο συστάθηκαν και λειτούργησαν την προηγούμενη δεκαετία.
Για την πώληση της Cyta UK, ακολουθήθηκε η δοκιμασμένη με επιτυχία διαδικασία πώλησης της Cyta Hellas που προηγήθηκε. Δηλαδή, ετοιμάστηκε μελέτη και έκθεση αξιολόγησης και εκτίμησης αξίας του οίκου PWC για τη θυγατρική εταιρεία στη Βρετανία και προκηρύχθηκε διαγωνισμός εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τρεις μνηστήρες για τη Cyta UK
Η Cyta UK προσέλκυσε το ενδιαφέρον τριών ενδιαφερόμενων αγοραστών – επενδυτών, που κρίθηκαν ότι πληρούσαν τα κριτήρια που έθεσε ο οργανισμός, οι οποίοι υπέβαλαν τις προτάσεις τους. Τις προτάσεις των υποψηφίων διαπραγματεύτηκε ομάδα του δ.σ. που ανέλαβε αποκλειστικά την πώληση. Αφού κατέληξαν σε ένα εκ των προσφοροδοτών, ακολούθησαν το τελευταίο διάστημα οι τελικές διαπραγματεύσεις και στην ουσία έχουν συμφωνηθεί όλες οι σημαντικές πτυχές της πώλησης.
Όπως φαίνεται, ακόμα και η αρχική δυσφορία μελών της παροικίας που χρησιμοποιούσαν υπηρεσίες της Cyta UK, αλλά και περισσότερο κυπριακών συμφερόντων εταιρειών που είχαν επιχειρηματικές σχέσεις με τη θυγατρική της Cyta στο Λονδίνο, έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι η εταιρεία θα πωληθεί σε τρίτους.
Τώρα, όπως επιβεβαιώνει στον «Φ» έγκυρη πηγή της Cyta, απομένουν ουσιαστικά μόνο τα τυπικά, δηλαδή εγκρίσεις, έλεγχος των κειμένων κ.τ.λ. Αναμένεται πως η τελική συμφωνία θα υπογραφεί στο τέλος Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου.
Η Cyta UK, ιδρύθηκε το 2000 με 100% των μετοχών να ανήκουν στη θυγατρική της Cyta Digimed. To 2003 έγινε η πρώτη επένδυση σε αυτήν από τη Cyta με 250.000 στερλίνες ενώ ακολούθησαν συνεχόμενες νέες “ενέσεις” με εκατοντάδες χιλιάδες από τη μητρική της Κύπρου, χωρίς ποτέ να βλετιωθεί η κατάσταση.