Αρκετή συζήτηση γίνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα όσο αφορά την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., ιδιαίτερα στο κομμάτι που αφορά τον εταιρικό φόρο και τον τομέα των υπηρεσιών.
Και αυτό γιατί όπως υποστηρίζεται η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου, θα δώσει την απαραίτητη ευελιξία στη γηραιά Αλβιώνα, ώστε να μεταβάλει αναλόγως και το φορολογικό της πλαίσιο. Ήδη, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε εδώ και αρκετούς μήνες την μείωση του εταιρικού φόρου στο 17% αρχή γενομένης 2020 από το 19% που είναι σήμερα.
Πως θα επηρεάσει αυτό την Κύπρο και ειδικότερα τον τομέα των υπηρεσιών είναι μια πτυχή η οποία μάλλον δεν πρέπει να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Και αυτό γιατί όπως εξηγεί ο συνέταιρος της KPMG Κώστας Μαρκίδης, η Κύπρος δεν πρέπει να φοβάται από μια μείωση του εταιρικού φόρου του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς δεν ανταγωνίζεται με το Λονδίνο στο θέμα του εταιρικού φόρου.  Ο κ. Μαρκίδης πρόσθεσε πως η Κύπρος έχει ήδη καθιερωθεί σαν ένα αξιόπιστο περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο παροχής υπηρεσιών προσφέροντας μια πλειάδα φορολογικών κινήτρων διατηρώντας παράλληλα ένα χαμηλό εταιρικό φορολογικό συντελεστή, που σε συνδυασμό με το πολύ χαμηλό κόστος δραστηριοποίησης εταιρειών συγκρίνεται ιδιαίτερα θετικά σε σχέση με το Λονδίνο. «Η Κύπρος δεν ανταγωνίζεται το Λονδίνο καθώς οι κυρίες χώρες που θα νοιώσουν την “απειλή” από μια μείωση του εταιρικού φόρου από το Ηνωμένο Βασιλείου είναι η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Ολλανδία», ανάφερε. Να σημειωθεί πως ο εταιρικός φόρος στην Ολλανδία είναι στο 25% ενώ της Ιρλανδίας στο 12,5%.
 
Ωστόσο, υπάρχουν και οι φωνές εντός της Ε.Ε. που υποστηρίζουν πως η φυγή του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ευκαιρία για τις μεγάλες χώρες όπως τη Γερμανία, Γαλλία αλλά και τα βόρεια κράτη της Ε.Ε. (τα οποία να σημειωθεί έχουν αρκετά υψηλό εταιρικό φόρο) να απαιτήσουν αύξηση του από κράτη μέλη τα οποία απολαμβάνουν αρκετά χαμηλούς εταιρικούς συντελεστές (όπως είναι η Κύπρος και η Ιρλανδία) και πιο συγκεκριμένα για εφαρμογή κοινού φορολογικού συντελεστή σε όλη την Ε.Ε. Κάτι τέτοιο όπως γίνεται αντιληπτό θα πλήξει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας μας. Σημειώνεται, πως στο παρελθόν αρμόδιοι αξιωματούχοι της Κομισιόν είχαν μιλήσει πως οι αποφάσεις εντός της Κομισιόν σχετικά με τα φορολογικά θα πρέπει να μεταβληθούν ώστε να λαμβάνονται στη βάση ειδικών πλειοψηφιών και όχι στη βάση του βέτο.
 
Υπενθυμίζεται πως ο εταιρικός φόρος της Κύπρου μέχρι το 2012 ήταν στο 10% ενώ με την κρίση του 2013 και μετά από τις πιέσεις των Ευρωπαίων εταίρων ο συγκεκριμένος φόρος ανήλθε στο 12,5%. Πριν λίγες εβδομάδες, ο υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης μίλησε για αύξηση του εταιρικού φόρου στο 15% δημιουργώντας σφοδρές αντιδράσεις στον επιχειρηματικό κόσμο, με αποτέλεσμα μετά από ένα 24ωρο να αποσύρει τη συγκεκριμένη πρόθεση.
«Η Κύπρος έχει κατ’ επανάληψη αναφέρει ότι οποιαδήποτε συζήτηση για υιοθέτηση κοινού φορολογικού συντελεστή εντός ΕΕ δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το κάθε Κράτος Μέλος θα πρέπει να είναι ελεύθερο να αποφασίσει την δημοσιονομική του πολιτική, σύμφωνα με τις ανάγκες του και φυσικά του οικονομικού μοντέλου που εφαρμόζει. Αποτελεί κυρίαρχο δικαίωμα του κάθε κράτους μέλους να αποφασίζει όπως αυτό νομίζει καλύτερα για το φορολογικό πλαίσιο που θα υιοθετήσει, το είδος των εισοδημάτων που θα υπόκεινται σε φορολόγηση καθώς και τους συντελεστές που θα ισχύουν μεταξύ άλλων. Προσωπικά εκτιμώ ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν μπορεί να υλοποιηθεί με τα σημερινά δεδομένα», κατέληξε ο κ. Μαρκίδης.