Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Οι τράπεζες, όπως και οι εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που αγόρασαν δάνεια, καταχωρούν αγωγές στο δικαστήριο με σκοπό την ανάκτηση του τραπεζικού χρέους. Οι αγωγές στρέφονται εναντίον των πρωτοφειλετών και των εγγυητών τους και υπάρχει ήδη νομολογία αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος, ποια στοιχεία χρήζουν απόδειξης ώστε να επιτύχει η αξίωση και πότε το βάρος απόδειξης εναποτίθεται στους ώμους του δανειολήπτη ή των εγγυητών του. Η παρουσίαση των εγγράφων που σχετίζονται με την αγωγή και επιμαρτυρούν την αξίωση γίνεται από υπάλληλο του αρμόδιου τμήματος, συνήθως της διεύθυνσης διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων και αποδεικνύεται με τον τρόπο αυτό η σύναψη της συμφωνίας δανείου ή της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού. Οι καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάζονται είναι αναδομημένες, δεικνύουν το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο και διαμορφώνουν το ποσό της απαίτησης όταν κρίνεται απαραίτητο με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Οι καταστάσεις αυτές είναι επιτρεπτές και παρουσιάζονται ως αντίγραφα καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο στη βάση του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, που προνοεί ότι αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. 

Μέσω των εγγράφων, των καταστάσεων λογαριασμού και της μαρτυρίας που προσκομίζεται, αποδεικνύεται η παράβαση όρου της δανειακής σύμβασης, το οφειλόμενο υπόλοιπο και παρουσιάζεται ο τερματισμός της. Η Πρόεδρος του Ε.Δ. Λευκωσίας κα Λ. Δημητριάδου – Ανδρέου, στην απόφαση που εξέδωσε στις 21.9.2020, αναλύει τα στοιχεία που χρήζουν απόδειξης, αναφέροντας ότι για να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο θα πρέπει κατά το χρόνο καταχώρησης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, η καταχώρηση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων αυτών, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης στο δανειολήπτη ή τον εγγυητή να καταδείξει τη θέση του.

Στις υπερασπίσεις δανειοληπτών ή εγγυητών τους συνήθως αμφισβητείται ο τερματισμός του λογαριασμού, παρόλο που η συμφωνία δανείου περιλαμβάνει όρο ότι η τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποίησης προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οιουδήποτε λογαριασμού ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο του. Η πρόεδρος επί του προκειμένου αναφέρει ότι αποφασίστηκε στη βάση του εν λόγω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Αναφέρει ακόμη ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού «ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό». 

Όπου, όμως, οι απαιτήσεις αφορούν απλό δάνειο, όπως ήταν οι επίδικες συμφωνίες δανείου, το Δικαστήριο ανέφερε ότι καθόσον αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Πρόσθεσε όμως ότι για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις, το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την πληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης.

Εξέτασε επίσης κατά πόσο οι εγγυητές, που ήταν φυσικά πρόσωπα και διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας πρωτοφειλέτη, μπορούσαν να επικαλεστούν τις πρόνοιες του Νόμου 93(Ι)/1996 αναφορικά με τις καταχρηστικές ρήτρες. Έκρινε ότι οι εγγυητές δεν μπορούσαν να προσβάλουν την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών επί τη βάσει της πιο πάνω νομοθεσίας, εφόσον αυτοί δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη. Τόνισε ότι είναι γνωστή η αρχή της συμβατικής σχέσης (privity of contract) με βάση την οποία μόνο οι συμβαλλόμενοι που είναι μέρη της σύμβασης μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση και εξέδωσε απόφαση υπέρ της τράπεζας.

* Δικηγόρου στη Λάρνακα.