Λίγες πολιτικές έχουν συμβάλει περισσότερο στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής από το σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την επιβολή τιμής στο διοξείδιο του άνθρακα – που σήμερα ανέρχεται σε περίπου 70 ευρώ ανά τόνο – έχει δώσει στις εταιρείες σε ολόκληρη την Ένωση ένα ισχυρό κίνητρο να επενδύσουν στην πράσινη μετάβαση.
Οι ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να το στηρίξουν – και να το βελτιώσουν – αντί να υποκύψουν στις πιέσεις της βιομηχανίας να το εγκαταλείψουν.
Τα συστήματα “cap-and-trade”, στα οποία η κυβέρνηση καθορίζει την ποσότητα των επιτρεπόμενων εκπομπών και η αγορά καθορίζει την τιμή, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά. Το σύστημα της ΕΕ είναι το μεγαλύτερο στον κόσμο: οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου των εταιρειών που καλύπτονται από αυτό έχουν μειωθεί περίπου κατά το ήμισυ από την έναρξή του το 2005, μια μείωση περίπου 1 δισεκατομμυρίου τόνων ετησίως, πολύ μεγαλύτερη από ό,τι σε άλλα παρόμοια συστήματα.
Το ETS συμβάλλει επίσης στην ενίσχυση της στρατηγικής ανεξαρτησίας της ΕΕ από τους μεγάλους παραγωγούς ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας. Και αποφέρει ετήσια έσοδα άνω των 40 δισεκατομμυρίων ευρώ, τα οποία ωφελούν τα κράτη μέλη της ΕΕ. Μέρος αυτών των χρημάτων, για παράδειγμα, συνέβαλε στο να καταστεί η Πολωνία ο δεύτερος μεγαλύτερος κατασκευαστής μπαταριών ιόντων λιθίου στον κόσμο μετά την Κίνα.
Στα επόμενα χρόνια, τα έσοδα αυτά αναμένεται να αυξηθούν καθώς η κάλυψη επεκτείνεται σε κτίρια και μεταφορές – και καθώς η ΕΕ καταργεί σταδιακά τα δωρεάν δικαιώματα (free allowances) για κλάδους όπως αυτός των χημικών, της χαλυβουργίας και της τσιμεντοβιομηχανίας. Σύμφωνα με τις βέλτιστες οικονομικές πρακτικές, η ΕΕ επιδιώκει να διοχετεύσει τα πρόσθετα κεφάλαια σε άτομα και περιοχές που δυσκολεύονται με το κόστος της πράσινης μετάβασης, καθώς και σε περισσότερες επενδύσεις που αποσκοπούν στην επέκταση των καθαρών τεχνολογιών.
Το σύστημα εμπορίας ρύπων της ΕΕ λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό θέτοντας σαφείς προσδοκίες: οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι πρέπει να δράσουν, επειδή βλέπουν την πορεία των επιτρεπόμενων εκπομπών να τείνει προς το μηδέν και την τιμή του άνθρακα να αυξάνεται. Αυτό παρέχει στις εταιρείες προβλεψιμότητα για σκοπούς προϋπολογισμού και σχεδιασμού, η οποία – εν μέσω εμπορικών εντάσεων και πολέμων που προκαλούν αστάθεια στον τομέα της ενέργειας – είναι όλο και πιο σπάνια και όλο και πιο πολύτιμη.
Τώρα, όμως, οι βιομηχανίες που έχουν πληγεί από την απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου, τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα και την χαοτική δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, στοχεύουν το σύστημα και ασκούν πίεση στους Ευρωπαίους ηγέτες να το αποδυναμώσουν. Αυτό θα ήταν τρομερό λάθος. Υπάρχουν άφθονα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν έχει αποτελέσει εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη και θα είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της πράσινης μετάβασης πέρα από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας σε τομείς όπου η μείωση των εκπομπών CO2 είναι πιο δύσκολη.
Η ΕΕ έχει ήδη αναβάλει την κάλυψη των κτιρίων και των οδικών μεταφορών από το 2027 στο 2028. Τώρα, εξετάζει περαιτέρω υποχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών και της αφαίρεσης ολόκληρων κλάδων από το σύστημα. Όταν ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υπονόησε ότι θα ήταν διατεθειμένος να αποδυναμώσει το σύστημα (σχόλια που αργότερα μετριάστηκαν), η τιμή του άνθρακα σημείωσε αμέσως τη μεγαλύτερη βουτιά των τελευταίων τριών ετών, μια κίνηση που υπονομεύει τα κίνητρα για την απανθρακοποίηση. Η πτώση συνεχίστηκε όταν η Ιταλία ζήτησε αργότερα την αναστολή του ETS.
Φυσικά, το σύστημα δεν είναι τέλειο. Μπορεί και πρέπει να βελτιωθεί, ενώ πρέπει να αντιμετωπιστούν και άλλες αδυναμίες της πράσινης μετάβασης της ΕΕ. Οι δυσβάσταχτοι κανόνες για την κατανάλωση ενέργειας και οι δαπανηρές υποχρεώσεις έχουν, όπως είναι φυσικό, εξοργίσει τους ψηφοφόρους και έχουν παίξει το παιχνίδι όσων αντιτίθεται στη δράση για το κλίμα. Το χειρότερο είναι ότι συχνά συμβαίνει αυτό χωρίς να επιτυγχάνονται οι δεδηλωμένοι στόχοι – και μερικές φορές, μάλιστα, τους αντιβαίνουν άμεσα. Ένα σημαντικό μέρος των εσόδων από τα συστήματα εμπορίας ρύπων, για παράδειγμα, καταλήγει να επιδοτεί έργα ορυκτών καυσίμων.
Το σύστημα χρειάζεται καλύτερη διαχείριση, όχι κατάργηση – και αυτό είναι εφικτό. Πρέπει να απαιτηθεί από τα κράτη-μέλη να δαπανούν τα έσοδα όπως προβλέπεται. Να καθησυχαστούν οι ψηφοφόροι ότι η βοήθεια θα στοχεύεται σωστά, ώστε να αποφεύγεται η σπατάλη και να προστατεύονται οι ευάλωτοι. Να διασφαλιστεί ότι ο φόρος άνθρακα στις εισαγωγές επιτυγχάνει πραγματικά ίσους όρους για τις εταιρείες της ΕΕ, ιδιαίτερα όταν αυτές εξάγουν σε αγορές όπου οι ανταγωνιστές δεν πληρώνουν ισοδύναμη τιμή άνθρακα.
Το σύστημα εμπορίας ρύπων της ΕΕ είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Μην το χρησιμοποιείτε ως αποδιοπομπαίο τράγο. Επιμείνετε – και βελτιώστε το.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου