Του Conor Sen

Ποικίλουν αυτές τις μέρες τα δημοσιεύματα, οι αναρτήσεις και τα βίντεο που προειδοποιούν για στρατιές ρομπότ που ετοιμάζονται να κατακλύσουν τις θέσεις εργασίας στους κλάδους της τεχνολογίας, των χρηματοοικονομικών, του μάρκετινγκ και όπου αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ραγδαία τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και εργαζόμαστε. Εν μέσω όλων αυτών, όμως, έχει επικρατήσει μια σχετική ηρεμία στην αγορά εργασίας, η οποία αναμένεται να διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους.

Για τους εργαζόμενους, υπήρχαν δύο φόβοι για το 2026. Πρώτον, ότι η συνεχιζόμενη επιβράδυνση της αύξησης των θέσεων εργασίας θα ωθούσε το ποσοστό ανεργίας σε υψηλότερα επίπεδα για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, και δεύτερον, ότι η ραγδαία πρόοδος στην τεχνητή νοημοσύνη θα επιτάχυνε τις απώλειες θέσεων εργασίας. Και στα δύο μέτωπα, οι λόγοι ανησυχίας φαίνονται πλέον λιγότεροι.

Τα στοιχεία για την αγορά εργασίας είναι αναμφισβήτητα πιο σταθερά σήμερα από ό,τι οποιαδήποτε άλλη στιγμή από τότε που η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια το 2022 για να αναχαιτίσει τον αυξανόμενο πληθωρισμό. Το ποσοστό ανεργίας έχει επιστρέψει στα επίπεδα του περασμένου καλοκαιριού, έχοντας σημειώσει μικρή πτώση μετά το κυβερνητικό shutdown στα τέλη του περασμένου έτους. Οι εβδομαδιαίες αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, παρά τις οικονομικές και χρηματιστηριακές αναταράξεις λόγω του πολέμου στο Ιράν, και ο αριθμός των ατόμων που συνεχίζουν να λαμβάνουν επιδόματα ανεργίας δεν αυξάνεται πλέον σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Όπως σημείωσε το μέλος του ΔΣ της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ την περασμένη εβδομάδα, υπάρχει πλέον καλύτερη κατανόηση της περιορισμένης αύξησης του εργατικού δυναμικού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαιτούνται πολλές προσλήψεις για να διατηρηθεί η ισορροπία.

Ωστόσο, η ανησυχία για την τεχνητή νοημοσύνη έχει, αν μη τι άλλο, ενταθεί φέτος, και το βλέπουμε και στα πρωτοσέλιδα. Πριν από δύο μήνες, μια έκθεση της Citrini Research τάραξε τις αγορές καθώς παρουσίαζε ένα σενάριο στο οποίο η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγούσε σε μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας εντός 18 μηνών. Την περασμένη εβδομάδα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, είπε ότι ανησυχεί ότι οι μισές θέσεις entry-level (εισαγωγικού επιπέδου) σε τομείς όπως η τεχνολογία, τα χρηματοοικονομικά και η συμβουλευτική, αν και αρχικά θα αυξηθούν, θα αντικατασταθούν από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης σε διάστημα ενός έως πέντε ετών.

Αξίζει να σημειωθεί η εκρηκτική επιτυχία των υπηρεσιών Claude της Anthropic, οι οποίες συνέβαλαν στην αύξηση των εσόδων της εταιρείας από 9 δισεκατομμύρια δολάρια σε 30 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος του 2025. Μια τέτοια ανάπτυξη προμηνύει σημαντικές αλλαγές για τους εργαζόμενους στο άμεσο μέλλον.

Ωστόσο, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης φέρνει προκλήσεις, τόσο για εταιρείες όπως η Anthropic όσο και για τους πελάτες που χρησιμοποιούν τα προϊόντα τους, που “χαρίζουν” χρόνο στους εργαζόμενους πριν δούμε οποιεσδήποτε διαταραχές στην απασχόληση.

Δεν είναι σαφές, για παράδειγμα, αν η Anthropic διαθέτει τους πόρους που απαιτούνται για να διαχειριστεί την αυξανόμενη ζήτηση για τα προϊόντα της βραχυπρόθεσμα. Η εταιρεία αποφάσισε πρόσφατα να χρεώνει τους μεγάλους χρήστες με βάση τη χρήση και όχι με πάγιο πόσο, καθώς τα προϊόντα που απαιτούν εντατική υπολογιστική ισχύ, όπως το Claude Code, αυξάνουν ραγδαία το κόστος. Υπάρχει επίσης ένας αυξανόμενος αριθμός παραπόνων σχετικά με την απόδοση των μοντέλων και την αξιοπιστία τους, καθώς η ζήτηση έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Την ίδια στιγμή, η Wall Street Journal έκανε λόγο για μια “απότομη κρίση χωρητικότητας” στον τομέα της πληροφορικής που θα μπορούσε να περιορίσει τη χρησιμότητα των νέων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.

“Η υπολογιστική ισχύς έχει αναδειχθεί ως ο βασικός περιοριστικός παράγοντας στην επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης”, σημείωσαν αναλυτές της Goldman Sachs την περασμένη εβδομάδα.
 
Από την πλευρά των πελατών, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί πλέον ένα όλο και πιο σημαντικό κομμάτι στο budget των εταιρειών. Το “tokenmaxxing” – ή η υπερβολική χρήση εργαλείων όπως το Claude, το ChatGPT της OpenAI και το Gemini της Alphabet – από υπαλλήλους που επιθυμούν να αποδείξουν ότι δεν είναι τεχνολογικοί “δεινόσαυροι” κερδίζει έδαφος, σύμφωνα με τον Κέβιν Ρους των New York Times. Ωστόσο, το tokenmaxxing και η ραγδαία αύξηση των εσόδων της Anthropic σημαίνουν ότι οι εταιρείες αυξάνουν γρήγορα τις δαπάνες τους για την τεχνητή νοημοσύνη, οι οποίες σύντομα θα γίνουν αρκετά μεγάλες ώστε να απαιτούν μεγαλύτερο έλεγχο από τη διοίκηση και τους επενδυτές.

Καθώς αυξάνονται τα κόστη, οι εταιρείες αναμένεται να αρχίσουν να προσπαθούν να κατανοήσουν καλύτερα πόσο παραγωγικά είναι αυτά τα εργαλεία και να γίνονται πιο επιλεκτικές ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτά εφαρμόζονται. Αυτό που μπερδεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα είναι το “AI-washing” από στελέχη που προτιμούν να κατηγορούν την τεχνολογία για τυχόν περικοπές θέσεων εργασίας, ανεξάρτητα από τους πραγματικούς λόγους, επειδή αυτό θεωρείται καλύτερο στα μάτια των επενδυτών.

Οι οικονομολόγοι της Wells Fargo διαπιστώνουν ότι οι δυσκολίες που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρώνονται στους νέους υπαλλήλους, ενώ οι ευκαιρίες για τους πιο έμπειρους εργαζόμενους είτε παραμένουν αμετάβλητες είτε έχουν βελτιωθεί. “Η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται να αναδιαμορφώνει τη σύνθεση της ζήτησης εργασίας, αντί να τη μειώνει κατηγορηματικά”, έγραψε αυτή την εβδομάδα μια ομάδα με επικεφαλής τον οικονομολόγο Τομ Πορτσέλι.
 
Αν οι εργαζόμενοι ανησυχούν για το τι θα σημαίνει η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης για τις θέσεις εργασίας τους, δεν είναι η άνθηση που πρέπει να τους απασχολεί, αλλά η ύφεση. Οι απώλειες θέσεων εργασίας λόγω της τεχνολογικής αναταραχής τείνουν να εμφανίζονται σε περιόδους ύφεσης και όχι με γραμμικό τρόπο. Ο Ερνι Τεντέσι, επικεφαλής οικονομολόγος της Stripe LLC και πρώην αρθρογράφος του Bloomberg Opinion, χρησιμοποίησε το παράδειγμα των ταξιδιωτικών πρακτόρων. Στην περίπτωση αυτή, η απασχόληση μειώθηκε ραγδαία μόνο κατά τη διάρκεια και μετά την ύφεση του 2001, και όχι κατά τη διάρκεια της άνθησης του διαδικτύου στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη είναι πιθανώς παρόμοιοι. Τα εταιρικά κέρδη παραμένουν υψηλά και, ενώ ορισμένες εταιρείες προβαίνουν σε περικοπές δαπανών για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη, τα έσοδά τους συνεχίζουν να αυξάνονται. Οι πιέσεις στην αγορά εργασίας που συνδέονται με τη μείωση των εσόδων, των κερδών και των τιμών των μετοχών φαντάζουν για την ώρα μακρινές. Βραχυπρόθεσμα, η έλλειψη υπολογιστικής ισχύος θα περιορίσει επίσης τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να υιοθετηθούν τα πιο εξελιγμένα μοντέλα.

Για τους εργαζόμενους, η φετινή χρονιά ενδέχεται να μοιάζει με το μάτι ενός κυκλώνα: μια σύντομη ανάπαυλα πριν από την επερχόμενη καταιγίδα.

BloombergOpinion