Από τη Θράκη και τη Θεσσαλία μέχρι τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, η ελληνική μικροζυθοποιία έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Σήμερα λειτουργούν 79 μικροζυθοποιεία, αριθμός που σύντομα θα αυξηθεί σε 82, ενώ δεκάδες ακόμη «νομάδες» παραγωγοί ζυθοποιούν σε εγκαταστάσεις τρίτων. Η εικόνα αυτή συνιστά θεαματική ποσοτική έκρηξη, αν ληφθεί υπόψη ότι το 2015 λειτουργούσαν μόλις 15 μονάδες.
Ωστόσο, η αύξηση των παικτών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη διεύρυνση της αγοράς. Η κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα παραμένει από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, περίπου 41 λίτρα ανά κάτοικο ετησίως, ενώ η lager κυριαρχεί συντριπτικά, περιορίζοντας τη γευστική ποικιλία. Έτσι, το ερώτημα για το πόσες μικροζυθοποιίες χωράει η ελληνική αγορά τίθεται πλέον με όρους βιωσιμότητας και όχι ανάπτυξης.
Μεγαλώνει ο ανταγωνισμός, όχι η “πίτα”
Παρά τον πολλαπλασιασμό των παραγωγών, το μερίδιο της μικροζυθοποιίας παραμένει σταθερό στο 4%–5% της συνολικής αγοράς μπίρας εδώ και μια δεκαετία. Ακόμη και αν συνυπολογιστούν μεγαλύτερες μονάδες που επωφελούνται του μειωμένου ΕΦΚ, το συνολικό μερίδιο των «μικρών» δεν ξεπερνά το 15%.
Όπως επισημαίνουν παράγοντες του κλάδου, «η πίτα δεν μεγάλωσε – απλώς μοιράζεται σε περισσότερους», με αποτέλεσμα έντονο εσωτερικό ανταγωνισμό, συμπίεση τιμών και αποδυνάμωση brands, ιδίως των πολύ μικρών παραγωγών.
Η πίεση έγινε πιο έντονη το καλοκαίρι του 2025, όταν στο κανάλι HORECA, που αντιστοιχεί στο 60% των πωλήσεων μπίρας, η κατανάλωση υποχώρησε έως 10%, ενώ σε ορισμένες περιοχές έφτασε και το 25%. Οι premium ετικέτες των μικροζυθοποιείων δέχθηκαν ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα, με τον χειμώνα να μην αναστρέφει την εικόνα.
Λουκέτα, πωλητήρια και συγκέντρωση
Η αναδιάρθρωση του κλάδου, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια, επιταχύνεται. Μονάδες βγήκαν προς πώληση, άλλες έβαλαν λουκέτο, ενώ εξαγορές από μεγαλύτερους ομίλους έχουν ήδη αλλάξει τον χάρτη. Η τάση αυτή εκτιμάται ότι θα ενταθεί το 2026, οδηγώντας σε περαιτέρω συγκέντρωση.
Παράλληλα, στον εσωτερικό ανταγωνισμό υιοθετούνται πρακτικές πολυεθνικών, με μεγάλες εκπτώσεις για αντικατάσταση προϊόντων συναδέλφων, εξέλιξη που προκαλεί τριβές στο μικρό οικοσύστημα.
Υπερπροσφορά ετικετών και σύγχυση καταναλωτή
Στην ελληνική αγορά κυκλοφορούν σήμερα πάνω από 430 ετικέτες μπίρας, που με τις εποχικές πλησιάζουν τις 1.000. Η υπερπροσφορά δυσκολεύει την επιλογή και διαβρώνει την εμπιστοσύνη, όταν ο καταναλωτής πληρώνει premium τιμή χωρίς πάντα αντίστοιχη ποιότητα. Την εικόνα περιπλέκει και το craft washing, με μάρκες που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες ενώ ανήκουν σε μεγάλους ομίλους.
Ένα τοπίο πολλών ταχυτήτων
Παρά τη γενικευμένη πίεση, ο κλάδος δεν κινείται ενιαία. Ορισμένες μονάδες καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, αξιοποιώντας την τοπική αγορά, τον τουρισμό και τον καλύτερο έλεγχο κόστους, ενώ άλλες παλεύουν με οριακή κερδοφορία ή ζημίες.
Τα οικονομικά στοιχεία του 2024 δείχνουν ότι η τοπικότητα, η σωστή τιμολόγηση και η μείωση κόστους μπορούν να κάνουν τη διαφορά, ακόμη και σε ένα κορεσμένο περιβάλλον.
Το στοίχημα της επόμενης μέρας
Η ελληνική αγορά θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να υποστηρίξει πάνω από 100 μικροζυθοποιίες, όχι όμως με μοντέλο πανελλαδικής διανομής. Το βάρος μετατοπίζεται στη σταθερή ποιότητα, την επιτόπια κατανάλωση και την ισχυρή τοπική ταυτότητα.
Με χαμηλό κόστος εισόδου (περίπου €50.000–€100.000) και τη στήριξη προγραμμάτων όπως το ΕΣΠΑ, ο κλάδος προσέλκυσε πολλές επενδύσεις. Πλέον, όμως, το ζητούμενο δεν είναι η αριθμητική αύξηση, αλλά η ωρίμανση.
Το 2026 αναμένεται να λειτουργήσει ως έτος-φίλτρο: όσοι επενδύσουν σε ποιότητα, τοπικότητα και σωστή διαχείριση θα επιβιώσουν. Οι υπόλοιποι θα αποτελέσουν μέρος μιας αναμενόμενης αναδιάρθρωσης σε έναν κλάδο που μεγάλωσε γρήγορα, αλλά χωρίς σχέδιο.