Η άμεση έκθεση των ελληνικών εξαγωγών στην κρίση της Μέσης Ανατολής παραμένει, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, συγκριτικά περιορισμένη. Ωστόσο, το βασικό ρίσκο δεν εντοπίζεται στις τρέχουσες εμπορικές ροές, αλλά στις έμμεσες επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος και στη ναυτιλία, που μπορούν να επηρεάσουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνική Στατιστική Αρχή, οι εξαγωγές προς οκτώ χώρες της περιοχής — Λίβανο, Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Σαουδική Αραβία, Κατάρ και Ιράν — ανέρχονται συνολικά σε 2,92 δισ. ευρώ. Καμία από τις χώρες αυτές δεν συγκαταλέγεται στους δέκα σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας.
Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, σημειώνει ότι «εκτεθειμένοι εξαγωγικά δεν είμαστε», υπογραμμίζοντας ότι το μέγεθος δεν επαρκεί για να προκαλέσει συστημικό σοκ.
Στρεβλώσεις πίσω από τα νούμερα
Η ανάλυση των επιμέρους στοιχείων αποκαλύπτει ότι μεγάλο μέρος των εξαγωγών αφορά πετρελαιοειδή. Στον Λίβανο, το 95,5% των ελληνικών εξαγωγών σχετίζεται με καύσιμα, ενώ στη Σαουδική Αραβία το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 54,5%. Εξαιρώντας τα διυλισμένα προϊόντα, η παρουσία ελληνικών τροφίμων και βιομηχανικών αγαθών είναι αισθητά χαμηλότερη.
Η εικόνα του 2025 κατέγραψε ήδη πιέσεις πριν από την πρόσφατη κλιμάκωση: πτώση 30,5% στη Σαουδική Αραβία, 13,4% στο Κουβέιτ, 25,5% στο Ιράν και 4,5% στα ΗΑΕ, με το Ισραήλ να διατηρεί οριακή αύξηση 1%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι η περιοχή εμφάνιζε σημάδια εύθραυστης δυναμικής.
Αγορές-στόχοι σε αναμονή
Στα ΗΑΕ, όπου τα αγροδιατροφικά προϊόντα αντιστοιχούν περίπου στο 26% των ελληνικών εξαγωγών, ελληνικά προϊόντα όπως ελαιόλαδο, τυριά, γιαούρτι και ζυμαρικά είχαν αρχίσει να ενισχύουν τη θέση τους σε μια αγορά υψηλής αγοραστικής δύναμης.
Στη Σαουδική Αραβία, πέραν των καυσίμων, προϊόντα όπως κατεψυγμένα λαχανικά, ελαιόλαδο και χυμοί κατείχαν μερίδιο περίπου 12%, σε μια αγορά 35 εκατ. καταναλωτών. Στο Ισραήλ, αγροτικά προϊόντα όπως φέτα και γιαούρτι καταγράφουν σταθερή παρουσία, ενώ το Ιράν απορροφά κυρίως φρέσκα φρούτα.
Για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, η Μέση Ανατολή αποτελεί στρατηγικό στόχο επέκτασης. Ωστόσο, η αβεβαιότητα οδηγεί σε προσωρινή στάση αναμονής («pause») έως ότου ξεκαθαρίσει το γεωπολιτικό τοπίο.
Ο κρυφός κίνδυνος: ενέργεια και μεταφορές
Η σημαντικότερη απειλή αφορά τις ενεργειακές και εφοδιαστικές επιπτώσεις. Ενδεχόμενη παρατεταμένη διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές φυσικού αερίου και καυσίμων, επιβαρύνοντας άμεσα το κόστος παραγωγής της ελληνικής βιομηχανίας.
Παράλληλα, οι θαλάσσιες μεταφορές αναπροσαρμόζουν ήδη δρομολόγια. Οι εναλλακτικές διαδρομές αυξάνουν τον χρόνο παράδοσης και περιορίζουν τη διαθεσιμότητα containers, με αποτέλεσμα υψηλότερα ναύλα και επιβάρυνση στο σύνολο των εξαγωγών, όχι μόνο προς τον Κόλπο.
Η εμπειρία της πανδημίας κατέδειξε πόσο γρήγορα μπορούν να διαταραχθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες. Αν η άνοδος της ενέργειας συνδυαστεί με αυξημένα μεταφορικά κόστη, η πίεση μεταφέρεται απευθείας στα περιθώρια κέρδους και στην τιμολογιακή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων σε τρίτες αγορές.
Προς το παρόν, δεν καταγράφονται άμεσες ανατροπές στη συνολική εικόνα των εξαγωγών. Ωστόσο, οι εξωστρεφείς επιχειρήσεις παραμένουν σε αυξημένη εγρήγορση, εξετάζοντας εναλλακτικά σενάρια σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.