Η Ιαπωνία θέτει σε εφαρμογή μια 14ετή εθνική στρατηγική επενδύσεων, ύψους 370 τρισ. γιεν ή περίπου 2,3 τρισ. δολαρίων, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη θέση της στην παγκόσμια τεχνολογική και βιομηχανική αγορά έως το 2040.

Το σχέδιο προβλέπει συνδυασμένες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε 17 στρατηγικούς τομείς, μεταξύ των οποίων οι ημιαγωγοί, η τεχνητή νοημοσύνη, η ρομποτική, η βιοφαρμακευτική, η κβαντική πληροφορική, η πυρηνική σύντηξη, η αεροδιαστημική και η ναυπηγική βιομηχανία.

Κεντρικό ρόλο στη στρατηγική έχει η ανάπτυξη της λεγόμενης «φυσικής τεχνητής νοημοσύνης», δηλαδή συστημάτων που μπορούν να λειτουργούν στον πραγματικό κόσμο, διαχειριζόμενα εργοστάσια, αποθήκες, εστιατόρια και νοσοκομεία.

Στις 30 Ιουνίου, το ιαπωνικό Υπουργείο Οικονομίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας ανέθεσε στη νεοσύστατη Noetra να αναπτύξει ένα εγχώριο βασικό μοντέλο φυσικής τεχνητής νοημοσύνης. Την εταιρεία υποστηρίζουν οι SoftBank Corp, Sony Group, NEC και Honda Motor.

Η κυβέρνηση θα διαθέσει έως ένα τρισ. γιεν σε βάθος πενταετίας, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 6,2 δισ. δολάρια. Από αυτά, τα 387,3 δισ. γιεν προγραμματίζεται να διατεθούν κατά το πρώτο έτος.

Στόχος η ανάπτυξη 10 εκατ. ρομπότ

Η ιαπωνική κυβέρνηση σχεδιάζει την ανάπτυξη 10 εκατ. ρομπότ με τεχνητή νοημοσύνη σε 18 διαφορετικούς τομείς έως το 2040. Η πρωτοβουλία συνδέεται άμεσα με τη δημογραφική συρρίκνωση και τις αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού.

Ο δείκτης γεννήσεων της Ιαπωνίας έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ περισσότεροι από 36 εκατ. κάτοικοι είναι άνω των 65 ετών. Σύμφωνα με υπολογισμούς του υπουργείου, έως το 2040 η χώρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει έλλειψη 3,39 εκατ. ειδικευμένων εργαζομένων στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής.

Η αυτοματοποίηση αντιμετωπίζεται ως μέσο διατήρησης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, καθώς οι δημογραφικές πολιτικές και η περιορισμένη μετανάστευση δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας.

Ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη και βιοφαρμακευτική

Το μεγαλύτερο μερίδιο του επενδυτικού προγράμματος, ύψους 68 τρισ. γιεν, κατευθύνεται στον κλάδο των ημιαγωγών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Rapidus, η οποία επιδιώκει να αναπτύξει τεχνολογία κατασκευής προηγμένων λογικών κυκλωμάτων δύο νανομέτρων.

Για τη φυσική τεχνητή νοημοσύνη προβλέπονται επενδύσεις 10,5 τρισ. γιεν, για τη βιοφαρμακευτική 20,8 τρισ. γιεν και για την πυρηνική σύντηξη τρία τρισ. γιεν.

Στη στρατηγική εντάσσονται επίσης η κβαντική πληροφορική, η αεροδιαστημική, η ναυπηγική, η αμυντική βιομηχανία, καθώς και οι τομείς των anime και του κινηματογράφου. Η κυβέρνηση επιδιώκει οι ετήσιες εξαγωγές ιαπωνικού περιεχομένου να φτάσουν τα 20 τρισ. γιεν, προσεγγίζοντας την αξία των εξαγωγών αυτοκινήτων.

Η Ιαπωνία δεν φαίνεται να επιδιώκει να ανταγωνιστεί άμεσα εταιρείες όπως η OpenAI στην ανάπτυξη μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Αντιθέτως, επικεντρώνεται σε τομείς στους οποίους διαθέτει ήδη ισχυρή τεχνογνωσία, βιομηχανικές υποδομές και δεδομένα.

Η χώρα παράγει περίπου το 38% των βιομηχανικών ρομπότ παγκοσμίως, ενώ οι βιομηχανίες της διαθέτουν δεδομένα από εργοστάσια και γραμμές παραγωγής που δύσκολα μπορούν να αναπαραχθούν από εταιρείες λογισμικού.

Η στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης θα επικεντρωθεί στον φυσικό κόσμο, όπου καθοριστικό ρόλο θα έχουν το υλικό, οι αισθητήρες, η ακρίβεια και τα βιομηχανικά δεδομένα.

Ετήσιος έλεγχος της χρηματοδότησης

Η κρατική χρηματοδότηση προς τη Noetra θα υπόκειται σε ετήσιες αξιολογήσεις. Μόνο τα κονδύλια των δύο πρώτων ετών θεωρούνται δεσμευμένα, ενώ η συνέχιση του προγράμματος θα εξαρτάται από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων.

Το σύστημα επιτρέπει στην κυβέρνηση να περιορίσει ή να διακόψει τη χρηματοδότηση εάν το πρόγραμμα δεν παρουσιάσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, μειώνοντας τον κίνδυνο μακροχρόνιας στήριξης μη αποδοτικών σχεδίων.

Οι αδυναμίες στη χρηματοδότηση των νεοφυών επιχειρήσεων

Παρά την ισχυρή επιστημονική και τεχνολογική βάση της, η Ιαπωνία αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων κατά τα τελευταία στάδια ανάπτυξής τους.

Το εγχώριο οικοσύστημα επιχειρηματικών κεφαλαίων δυσκολεύεται να παράσχει τα μεγάλα ποσά που απαιτούνται ώστε μια πολλά υποσχόμενη νεοφυής επιχείρηση να μετατραπεί σε διεθνή ανταγωνιστή.

Η κρατικά υποστηριζόμενη Japan Investment Corporation διαχειρίζεται κεφάλαια ανάπτυξης και διαθέτει ειδικό όχημα για δευτερογενείς συναλλαγές πριν από την εισαγωγή εταιρειών στο χρηματιστήριο.

Τον Μάρτιο δημοσίευσε πρότυπο επενδυτικών όρων, με στόχο να προσελκύσει περισσότερους θεσμικούς επενδυτές στα ιαπωνικά επιχειρηματικά κεφάλαια.

Παράλληλα, επενδυτικές εταιρείες όπως οι Khosla Ventures, NEA και Bessemer έχουν αρχίσει να χρηματοδοτούν απευθείας ιαπωνικές νεοφυείς επιχειρήσεις. Η Andreessen Horowitz άνοιξε επίσης γραφείο στην Ιαπωνία για την αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών.

Νέο νομικό πλαίσιο επιτρέπει πλέον στις νεοφυείς επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ως εγγύηση για τη λήψη δανείων άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως η τεχνογνωσία και οι σχέσεις με πελάτες. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή σε μια αγορά όπου οι τράπεζες απαιτούσαν παραδοσιακά εμπράγματες εξασφαλίσεις.

Αυστηρότερα κριτήρια στο Χρηματιστήριο του Τόκιο

Παράλληλα με τις επενδύσεις στην καινοτομία, το Χρηματιστήριο του Τόκιο αυστηροποιεί τα κριτήρια για τις εταιρείες που είναι εισηγμένες στην Αγορά Ανάπτυξης.

Στο παρελθόν, πολλές ιαπωνικές νεοφυείς επιχειρήσεις εισάγονταν γρήγορα στο χρηματιστήριο με σχετικά χαμηλή κεφαλαιοποίηση, χωρίς στη συνέχεια να κατορθώνουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον μεγάλων θεσμικών επενδυτών.

Από το 2022, το χρηματιστήριο εφαρμόζει αυστηρότερες προδιαγραφές, με το σκεπτικό ότι η δημόσια εγγραφή πρέπει να αποτελεί αφετηρία για την περαιτέρω ανάπτυξη μιας εταιρείας και όχι τον τελικό της στόχο.

Τον περασμένο Νοέμβριο, 161 εταιρείες δεν πληρούσαν τις νέες προδιαγραφές, ενώ οι διαγραφές από το χρηματιστήριο άρχισαν τον Μάρτιο.

Οι ιαπωνικές μετοχές κινήθηκαν κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ωστόσο, πραγματοποιήθηκαν μόλις 17 έως 18 αρχικές δημόσιες προσφορές, αριθμός που είναι ο χαμηλότερος από το 2011.

Κατά την ίδια περίοδο, το Χονγκ Κονγκ άντλησε σχεδόν 44 δισ. δολάρια από εκδόσεις μετοχών, με σημαντικό μέρος των κεφαλαίων να προέρχεται από εισαγωγές κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης.

Το παράδειγμα της PayPay

Η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων στην εγχώρια αγορά ωθεί ορισμένες ιαπωνικές επιχειρήσεις να εξετάζουν την εισαγωγή τους σε χρηματιστήρια των ΗΠΑ.

Τον Μάρτιο, η PayPay, η μεγαλύτερη πλατφόρμα πληρωμών μέσω κινητού στην Ιαπωνία και εταιρεία του χαρτοφυλακίου του ομίλου SoftBank, εισήχθη στον Nasdaq.

Η εταιρεία άντλησε 880 εκατ. δολάρια, με αποτίμηση 10,7 δισ. δολαρίων, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη δημόσια προσφορά ιαπωνικής επιχείρησης στις ΗΠΑ εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.

Η εισαγωγή της PayPay διαφοροποιήθηκε από προηγούμενες παρουσίες ιαπωνικών εταιρειών στον Nasdaq, οι οποίες αφορούσαν κυρίως επιχειρήσεις μικρής κεφαλαιοποίησης. Το μέγεθος της προσφοράς έδωσε τη δυνατότητα σε θεσμικούς επενδυτές να αποκτήσουν σημαντικές θέσεις.

Η αλλαγή στην αγορά εργασίας

Οι επενδυτικές και βιομηχανικές αλλαγές συντελούνται σε μια περίοδο μετασχηματισμού της ιαπωνικής αγοράς εργασίας. Το μεταπολεμικό μοντέλο της ισόβιας απασχόλησης εξασθενεί, ενώ οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι αναμένεται να ξεπεράσουν για πρώτη φορά το 40% του εργατικού δυναμικού.

Η Ιαπωνία διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση, τεχνολογική τεχνογνωσία και σημαντική παρουσία στη διεθνή αγορά ρομποτικής. Η επιτυχία, ωστόσο, του επενδυτικού της σχεδίου θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το σύστημα χρηματοδότησης, η κεφαλαιαγορά και η εταιρική κουλτούρα μπορούν να προσαρμοστούν με τον ίδιο ρυθμό στις νέες βιομηχανικές επιδιώξεις.

Forbes