Η εταιρεία ανάλυσης ναυτιλιακών και εμπορευματικών μεταφορών Kpler δημοσιοποίησε χθες στοιχεία που αποδεικνύουν ότι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης -και κυρίως η Γαλλία, η Ισπανία και το Βέλγιο- έχουν αυξήσει κατά πολύ τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τη Ρωσία και ειδικότερα από τον σταθμό υγροποίησης Yamal, ώστε να προλάβουν την πλήρη απαγόρευση που θα ισχύσει εντός της ΕΕ από τον προσεχή Ιανουάριο.
Τα στοιχεία της Kpler έτυχαν επεξεργασίας και ανάλυσης αρχικά από τους Financial Times και στη συνέχεια από άλλα διεθνή πρακτορεία.
Η αύξηση παραγγελιών και παραδόσεων ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου συνδέεται άμεσα με την απόφαση που έλαβε τον Γενάρη του 2026 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για απαγόρευση της εισαγωγής ρωσικού LNG στις χώρες μέλη από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Σύμφωνα με όσα δημοσιεύτηκαν χθες, διοχετεύτηκαν σε λιμάνια χωρών της ΕΕ 9,97 εκατ. τόνοι ρωσικού LNG από το τερματικό Yamal (ιδιοκτησίας Novatek), κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η ποσότητα αυτή συνιστά αύξηση 16%-18% σε σχέση με τις εισαγωγές ρωσικού LNG το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Οι ποσότητες που έχουν εισαχθεί στην ΕΕ από το Yamal LNG μέσα στο 2026 είναι αξίας σχεδόν έξι δισεκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με τους εκτιμητές της Urgewald, τους οποίους επικαλείται το Reuters.
Αυξήθηκαν όμως μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026 και οι εισαγωγές στην ΕΕ ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών, περίπου κατά 7%.
Μια μεγάλη αντίφαση
Τα χθεσινά στοιχεία οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι, ενώ οι χώρες της ΕΕ στη συντριπτική τους πλειοψηφία θεωρούν σε επίπεδο κυβερνήσεων επιβεβεβλημένη τη διακοπή εισαγωγών φυσικού αερίου από ρωσικές εγκαταστάσεις υγροποίησης, σπεύδουν ως οικονομίες να αξιοποιήσουν το περιθώριο των έξι μηνών που απομένουν για να τεθεί σε ισχύ η πλήρης απαγόρευση, ώστε να προλάβουν να εισαγάγουν όσο το δυνατό μεγαλύτερες ποσότητες LNG από τη Ρωσία.
Προφανώς γιατί διατίθεται σε χαμηλότερες τιμές από το LNG που εισάγεται από υποδομές στις ΗΠΑ (μεγαλύτερος πλέον προμηθευτής LNG στην ΕΕ) ή το Κατάρ. Δεν υπήρξε χθες κάποια επίσημη αντίδραση από την Κομισιόν ή αξιωματούχο της για τα στοιχεία της Kpler ή για τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν.
Αντιδράσεις για το κόστος
Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ εξακολουθεί να προκαλεί πολλές αντιδράσεις εντός των οργάνων λήψης αποφάσεων αλλά και εντός των χωρών μελών, καθώς οι πολλές γεωπολιτικές αβεβαιότητες και κυρίως οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολη και οι περιορισμοί στα Στενά του Ορμούζ έδειξαν πως η Ένωση περιόρισε μεν κατά πολύ την εξάρτησή της από ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, αλλά αύξησε την εξάρτηση από προϊόντα άλλων χωρών ή περιοχών, που λόγω απόστασης από την ΕΕ ή λόγω διαδικασιών παραγωγής και μεταφοράς διατίθενται σε πολύ υψηλότερες τιμές, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και επιβαρύνοντας τα νοικοκυριά.
Η ηγεσία της ΕΕ, μέσα από το Συμβούλιο, θεωρεί ως μη αναστρέψιμη την πολιτική απομάκρυνσης από την ενεργειακή σύνδεση με τη Ρωσία και προσβλέπει στην υπό εξέλιξη δημιουργία νέων υποδομών υγροποίησης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή, ακόμα και στον Καναδά. Μέσω της αύξησης της προσφοράς LNG για τις ανάγκες της ΕΕ, εκτιμάται ότι η τιμή φυσικού αερίου LNG ανά μονάδα θα μειώνεται σταδιακά και η διαφορά από την τιμή του ρωσικού υγροποιημένου αερίου θα μειώνεται ή θα εκμηδενιστεί.
Μέχρι τότε, όμως, η Κομισιόν και οι ηγέτες των κυβερνήσεων θα εξακολουθήσουν να δέχονται την κριτική των κοινωνικών και οικονομικών οργανισμών, φορέων και επιχειρήσεων για την ακριβή ενέργεια, όπως επίσης και της αντιπολίτευσης ανά χώρα.
Πρόστιμα σε χώρες
Σύμφωνα με την απόφαση που λήφθηκε (μετά από πρόταση της Κομισιόν) από το Ευρωκοινοβούλιο τον περασμένο Δεκέμβριο και εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιανουάριο του 2026 και ειδικότερα βάσει του άρθρου 8 του Κανονισμού, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για παραβάσεις των νέων κανόνων.
Ορίζει δε, ως ελάχιστα ανώτατα όρια που πρέπει να προβλέπει η εθνική νομοθεσία τα 2,5 εκατ. ευρώ για φυσικά πρόσωπα. Για νομικά πρόσωπα προβλέπει την υψηλότερη επιβάρυνση που προκύπτει μεταξύ ποσού 40 εκατ. ευρώ ή ποσοστού 3,5% του συνολικού παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών ή του 300% της εκτιμώμενης αξίας της επίμαχης συναλλαγής.
Μέχρι την 1η Μαρτίου 2026 οι χώρες της ΕΕ όφειλαν να καταρτίσουν εθνικά σχέδια για τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού με φυσικό αέριο (από χώρες άλλες από τη Ρωσία) και να εντοπίσουν πιθανά προβλήματα στην αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου. Για τον σκοπό αυτό, οι εταιρείες έπρεπε να ενημερώσουν τις εθνικές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τυχόν παλιές ισχύουσες συμβάσεις για αγορά ρωσικού φυσικού αερίου, οι οποίες μπορούν να εκτελούνται μόνο μέχρι την 1η προσεχούς Ιανουαρίου.
Ωστόσο, ο κανονισμός προβλέπει πως, σε περίπτωση κηρυχθείσας κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε χώρα της ΕΕ ή αν η ασφάλεια εφοδιασμού ενός κράτους απειλείται σοβαρά, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει την απαγόρευση εισαγωγών από τη Ρωσία για περίοδο μέχρι και τέσσερις εβδομάδες.