Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠάνω από 30 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu) κοστίζει το φυσικό αέριο στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ στις ΗΠΑ η αντίστοιχη τιμή κινείται περίπου στα 3 δολάρια, σύμφωνα με το Bloomberg. Η απόκλιση αναδεικνύει τις διαφορετικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν: οι εισαγωγείς αντιμετωπίζουν αυξημένο ενεργειακό κόστος, ενώ η αμερικανική οικονομία επωφελείται από την άφθονη εγχώρια παραγωγή και τις εξαγωγές LNG.
Την περασμένη εβδομάδα, οι αμερικανικές τιμές υποχώρησαν προσωρινά στα 2,5 δολάρια ανά MMBtu, στο χαμηλότερο επίπεδο διετίας. Στον Καναδά, η τιμή διαμορφώνεται ακόμη χαμηλότερα, περίπου στο 1,5 δολάριο.
Σύμφωνα με το Bloomberg, το χάσμα τιμών έχει φθάσει σε αναλογία 12 προς 1, τη μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί. Αντίστοιχη απόκλιση δεν είχε παρατηρηθεί ούτε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ούτε την περίοδο 2011-2012, όταν το ατύχημα στη Φουκουσίμα αύξησε απότομα τις ανάγκες της Ιαπωνίας για φυσικό αέριο.
Η διαφοροποίηση αφορά κυρίως την αγορά αερίου. Οι ανατιμήσεις στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης επιβαρύνουν και τους Αμερικανούς καταναλωτές, αυξάνοντας την πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο. Ωστόσο, τα αποθέματα και η παραγωγή σχιστολιθικού αερίου προστατεύουν σε σημαντικό βαθμό τη Βόρεια Αμερική από τις διεθνείς αυξήσεις στο συγκεκριμένο καύσιμο.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ καταγράφουν ιστορικά υψηλές εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, διευρύνοντας το πελατολόγιό τους σε βάρος παραγωγών της Μέσης Ανατολής που πλήττονται από τον πόλεμο, μεταξύ των οποίων το Κατάρ.
Η εικόνα διαφέρει από εκείνη του 2022, όταν οι αμερικανικές τιμές φυσικού αερίου είχαν πλησιάσει τα 10 δολάρια ανά MMBtu. Τότε, οι παραγωγοί δυσκολεύονταν να ανταποκριθούν στην αύξηση της ζήτησης μετά την πανδημία, έχοντας προηγουμένως περιορίσει τις γεωτρήσεις τους.
Σήμερα, η παραγωγή έχει προσαρμοστεί, ενώ το χάσμα με τις διεθνείς τιμές ενδέχεται να διευρυνθεί περαιτέρω εάν ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώσει τον πόλεμο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να απαντήσει με επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις άλλων χωρών της Μέσης Ανατολής.
Το χαμηλό κόστος αερίου περιορίζει την έκθεση των αμερικανικών νοικοκυριών στις αυξήσεις της θέρμανσης. Περίπου το 47% χρησιμοποιεί φυσικό αέριο για τη θέρμανση της κατοικίας του και το 42% ηλεκτρική ενέργεια. Μόλις το 4% χρησιμοποιεί πετρέλαιο θέρμανσης, οι αυξημένες τιμές του οποίου απασχολούν ιδιαίτερα τις βορειοανατολικές πολιτείες και έχουν επηρεάσει την προεκλογική αντιπαράθεση στο Μέιν.
Επειδή οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν συχνά τις τιμές στην αγορά ηλεκτρισμού, το χαμηλότερο κόστος του καυσίμου μπορεί να συγκρατεί και τις τιμές του ρεύματος, εφόσον οι υπόλοιποι παράγοντες παραμένουν σταθεροί.
Το πλεονέκτημα επεκτείνεται στις επιχειρήσεις. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ευρώπη και την Ασία καλούνται να ανταγωνιστούν αμερικανικές μονάδες που έχουν πρόσβαση σε σημαντικά φθηνότερη ενέργεια.
Η σημερινή απόκλιση αποτελεί συνέχεια μιας μεταβολής που άρχισε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες. Πριν από το 2007, οι τιμές φυσικού αερίου στις ΗΠΑ ήταν υψηλές. Η ανάπτυξη της παραγωγής από σχιστολιθικούς σχηματισμούς άλλαξε σταδιακά αυτή την εικόνα.
Σύμφωνα με μελέτη του Λούκας Γ. Ντέιβις, από το Energy Institute της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων Haas του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, η φθηνή εγχώρια παραγωγή εξοικονόμησε στην αμερικανική οικονομία έως 4,3 τρισ. δολάρια από το 2007 έως πέρυσι, σε σύγκριση με το κόστος φυσικού αερίου στην Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο, επισημαίνει ότι η πρόσβαση σε φθηνό αέριο ήταν ιδιαίτερα πολύτιμη σε περιόδους μεγάλων διαταραχών της παγκόσμιας προσφοράς. Η εκτίμηση δεν περιλαμβάνει το όφελος των Καναδών καταναλωτών ούτε τα δεδομένα του 2026.
Ξεχωριστός ενδεικτικός υπολογισμός που παρατίθεται στο δημοσίευμα τοποθετεί την πιθανή εξοικονόμηση για το 2026 πάνω από τα 400 δισ. δολάρια, εφόσον οι σημερινές τιμές διατηρηθούν έως το τέλος του έτους. Η σύγκριση αφορά το κόστος που θα αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ χωρίς την ανάπτυξη του σχιστολιθικού αερίου.
Η τεχνολογική τομή προήλθε από τον συνδυασμό οριζόντιων γεωτρήσεων και υδραυλικής ρωγμάτωσης, γνωστής ως fracking. Με τη διοχέτευση νερού, άμμου και χημικών προσθέτων υπό υψηλή πίεση απελευθερώνονται υδρογονάνθρακες εγκλωβισμένοι στα πετρώματα. Σε περίπου 20 χρόνια, η αμερικανική παραγωγή φυσικού αερίου υπερδιπλασιάστηκε.
Η εξέλιξη αυτή ευνοεί σήμερα την κυβέρνηση Τραμπ, αν και άρχισε πολύ πριν από την πρώτη ανάληψη της προεδρίας από τον ίδιο.
Τα οφέλη της αυξημένης παραγωγής αερίου παραμένουν κυρίως στη Βόρεια Αμερική λόγω του κόστους μεταφοράς. Για να μεταφερθεί διά θαλάσσης, το φυσικό αέριο πρέπει να ψυχθεί στους -162 βαθμούς Κελσίου, ώστε να υγροποιηθεί και ο όγκος του να μειωθεί περίπου 600 φορές.
Στη συνέχεια φορτώνεται σε ειδικά δεξαμενόπλοια. Η διαδικασία απαιτεί ακριβές υποδομές, με την κατασκευή μιας μονάδας υγροποίησης να μπορεί να φθάσει τα 10 δισ. δολάρια.
Παρά τον μεγάλο όγκο των αμερικανικών εξαγωγών LNG, οι υποδομές δεν επαρκούν για την πλήρη σύνδεση της εγχώριας με τη διεθνή αγορά και την εξισορρόπηση των τιμών. Έτσι, οι καταναλωτές στις ΗΠΑ εξακολουθούν να απολαμβάνουν χαμηλές τιμές, ενώ οι εξαγωγικές επιχειρήσεις επωφελούνται από τη διεθνή ζήτηση.
Ο Τραμπ αναφέρθηκε στα έσοδα του κλάδου σε προεκλογική συγκέντρωση στα τέλη Οκτωβρίου, δηλώνοντας ότι η αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου αποκομίζει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια. «Βγάζουμε απίστευτα χρήματα», ανέφερε.
Παράλληλα, η Wall Street Journal μεταδίδει ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι προωθούν σχέδιο επανέναρξης των ρωσικών εξαγωγών φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω Ουκρανίας.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ παρουσίασαν την πρόταση κατά τις επισκέψεις τους στη Μόσχα και στο Κίεβο τον Σεπτέμβριο.
Το σχέδιο προβλέπει τη διάθεση ρωσικού αερίου μέσω αμερικανικού ενδιάμεσου φορέα, με στόχο την παράκαμψη των ευρωπαϊκών περιορισμών στις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας. Το δημοσίευμα επικαλείται ανώνυμους Αμερικανούς, Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους.
Η πρόταση φέρεται να πέρασε προσωρινά σε δεύτερο πλάνο τον περασμένο μήνα, όταν η Ουκρανία διέκοψε μονομερώς τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια έπειτα από πιέσεις Τραμπ. Το Κίεβο επανέλαβε στη συνέχεια τις επιθέσεις.
Κατά το ίδιο δημοσίευμα, οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου είχαν επιδεινωθεί μετά τη συμφωνία Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν. Η αμερικανική πλευρά φέρεται να δεσμεύθηκε να μην επιβάλει αυστηρότερες κυρώσεις στη Ρωσία, με αντάλλαγμα τη διάθεση περιορισμένων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά για τη συγκράτηση των τιμών.
Η πρωτοβουλία συμπίπτει με τον προγραμματισμό της ΕΕ για σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από το 2027, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τετραετίας.
Στην άνοδο συμβάλλει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έχει θέσει εκτός αγοράς σχεδόν το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών LNG.
Οι αγωγοί που διέρχονται από την Ουκρανία παραμένουν άθικτοι, γεγονός που θα μπορούσε να επιτρέψει σχετικά γρήγορη επανέναρξη των ροών, εφόσον προχωρήσει το σχέδιο. Οι ρωσικές εξαγωγές μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής διακόπηκαν με τη λήξη της συμφωνίας διαμετακόμισης στα τέλη του 2024, όταν το Κίεβο αρνήθηκε να την ανανεώσει.
Capital.gr