Η επιβράδυνση που καταγράφουν πολλές από τις ευρωπαϊκές οικονομίες -κάποιες από τις οποίες μπαινοβγαίνουν σε περιοχή ύφεσης- οι αποεπενδύσεις και η αποβιομηχάνιση που παρατηρούνται στις μεγαλύτερες δυνάμεις της ΕΕ, ιδιαίτερα στη Γερμανία, τα τεράστια διαφυγόντα κεφάλαια προς τις ΗΠΑ και την Κίνα, που εκτός από πιο ανταγωνιστικές είναι πλέον και πιο ελκυστικές για επενδύσεις στην ψηφιακή τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση, μαζί με το τεράστιο θέμα της ενέργειας (της ακριβής ενέργειας) έχουν περίοπτη θέση στην ατζέντα της συζήτησης που κορυφώνεται ενόψει ευρωεκλογών.

Μαζί βέβαια με το μεταναστευτικό, την ακρίβεια και τον πληθωρισμό, που επιδεινώνουν την κατάσταση και τρέφουν την ανησυχία και την απαισιοδοξία.

Το επενδυτικό σοκ

Ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν επισκέφθηκε αρχές της εβδομάδας τη Γερμανία, είχε επαφές με τον πρόεδρο και τον καγκελάριο και έκανε και ενδιαφέρουσες δηλώσεις. Τονίζοντας την ανάγκη για ένα μεγάλο επενδυτικό σοκ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με κρατικό και ιδιωτικό χρήμα, ώστε να περιοριστεί το χάσμα που χωρίζει την Ένωση από τις ΗΠΑ και την Κίνα σε ό,τι αφορά την τεχνολογική ανάπτυξη, την ψηφιοποίηση και εν τέλει την ανταγωνιστικότητα. Προλαβαίνει το τρένο η ΕΕ; Ποιος ξέρει.

Ούτε ο κ. Μακρόν, αλλά ούτε και ο κ. Σολτς, έκαναν την παραμικρή αυτοκριτική για τον περιορισμό της ΕΕ σε ρόλο παρατηρητή στα χρόνια που προηγήθηκαν, όταν ΗΠΑ και Κίνα, ιδιαίτερα η Κίνα, ενίσχυαν την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους και έπαιρναν αποφάσεις -και ξόδευαν άφθονο χρήμα- για να προσελκύσουν νέες επενδύσεις στους κρίσιμους τομείς της τεχνολογίας και της πράσινης ενέργειας.

Περισσότερο χρέος!

Μόλις την περασμένη Τρίτη, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο γνωστοποίησε την έκθεσή του για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γερμανίας και τις προοπτικές της οικονομίας της. Ενώ για όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απευθύνει συστάσεις για μείωση του δημόσιου χρέους έναντι του ΑΕΠ, στη Γερμανία συστήνει άρση κάποιων περιορισμών για τη συγκράτηση του δημόσιου χρέους, ώστε να μπορέσει η Κυβέρνηση να δαπανήσει περισσότερα κονδύλια για την πράσινη μετάβαση, την ψηφιοποίηση, την κοινωνική πολιτική και την αγορά εργασίας. Η Γερμανία έχει δημόσιο χρέος 63% επί του ΑΕΠ, που είναι το χαμηλότερο -με διαφορά- χρέος μεταξύ όλων των μεγάλων βιομηχανικών κρατών.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τα σοβαρότερα προβλήματα για τη Γερμανία είναι άλλα, όχι το ύψος του δημόσιου χρέους της. Ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση για τη Γερμανία, αναφέρει το ΔΝΤ, είναι η διαχείριση του δημογραφικού προβλήματος, της επιδεινούμενης έλλειψης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, της κλιματικής κρίσης, καθώς και μιας σειράς διαρθρωτικών προβλημάτων, που απειλούν να επηρεάσουν σημαντικά την ανάπτυξη, την ευημερία και τα δημοσιονομικά τα επόμενα χρόνια.

Το ΔΝΤ, αναφέρει το ΚΥΠΕ, εκτιμά ότι η γερμανική οικονομία βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης, αν και οι οικονομολόγοι του Ταμείου θεωρούν ότι η ανάκαμψη προχωρά με αργούς ρυθμούς: για το τρέχον έτος αναμένουν αύξηση του ΑΕΠ κατά μόλις 0,2%  -το χαμηλότερο ποσοστό ανάπτυξης μεταξύ όλων των βιομηχανικών και των αναπτυσσόμενων χωρών- ενώ το 2025 και το 2026 το ΑΕΠ πιθανόν να αυξηθεί κατά 1-1,5% κατ’ έτος, προτού το ποσοστό ανάπτυξης υποχωρήσει και πάλι στο 0,7% περίπου.

Εξαιτίας των άκρως απαραίτητων επενδύσεων στον μετασχηματισμό της χώρας προς την κατεύθυνση της κλιματικής ουδετερότητας, επισημαίνει το ΔΝΤ, αλλά και των επενδύσεων στην ψηφιοποίηση, την ενίσχυση της μέριμνας για τα παιδιά και την άρση άλλων εμποδίων στην αγορά εργασίας, καθώς επίσης λόγω των δαπανών στην ασφάλεια και την άμυνα που αυξάνονται σημαντικά, προτείνεται ήπια χαλάρωση του συνταγματικά κατοχυρωμένου φρένου χρέους.

Η κριτική από το επιχειρείν

Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, είναι χρήσιμο να ακουστούν -και στην Κύπρο- οι θέσεις Ευρωπαίων επιχειρηματιών, που εδώ και καιρό φωνάζουν για τις πολιτικές της ΕΕ που αφορούν την ανταγωνιστικότητα, τις επενδύσεις, την πράσινη μετάβαση, τη χρήση και συμβατικών πηγών ενέργειας και την παραγωγή φθηνότερου ηλεκτρισμού.

Ένας από τους επιχειρηματίες που ασκεί σφοδρή κριτική στις πολιτικές της ΕΕ είναι ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου MYTILINEOS-Energy & Metals και πρόεδρος της Πανευρωπαϊκής Ένωσης Eurometaux, που εκπροσωπεί βιομηχανίες μη σιδηρούχων μετάλλων στην Ευρώπη.

Μέσα στο 10ήμερο που πέρασε, ο κ. Μυτιληναίος συμμετείχε σε συνέδρια για τα θέματα ενέργειας και βιομηχανίας και ήταν πολύ καυστικός στις αναφορές του για όσα δεν έκανε κατά τη θητεία της η απερχόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και όσα επείγει να κάνουν η επόμενη Επιτροπή και το Συμβούλιο της ΕΕ.

Σταχυολογούμε κάποιες από τις βασικές παρεμβάσεις του κ. Μυτιληναίου τις τελευταίες μέρες, με την επισήμανση ότι αυτές τυγχάνουν ευρείας αποδοχής σε επιχειρηματικούς κύκλους της ενέργειας, της τεχνολογίας και της βιομηχανίας.

Τα «δομικά προβλήματα»

«Μεταξύ των δομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, σε περίοπτη θέση βρίσκονται τα θέματα της ενέργειας. Η ενέργεια στην Ευρώπη συνεχίζει να είναι ακριβή και αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά ανταγωνιστικά μειονεκτήματα έναντι άλλων ανταγωνιστικών χωρών, όπως οι ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, ενώ έχουμε βρει τους πόρους για να καταστούμε ανεξάρτητοι και αυτόνομοι ενεργειακά, υπάρχει πρόβλημα στη μεταφορά της ενέργειας, λόγω των ελλείψεων στα δίκτυα», επισήμανε.

Κατά τον κ. Μυτιληναίο, «θα πρέπει να δούμε από την αρχή τα θέματα της ενέργειας, γιατί αυτή παραμένει ακριβή ακόμη και τώρα που βρήκαμε πόρους και μπορούμε να είμαστε αυτόνομοι. Βρήκαμε τρόπο να φύγουμε από την εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια και πήγαμε στην εξάρτηση από τη Νορβηγία. Εξαρτόμαστε και πάλι από μία χώρα να προμηθεύει όλη την Ευρώπη με αέριο». 

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «πλέον κατακλυζόμαστε από ΑΠΕ, σε σημείο που φτάνουμε να κλείνουμε τους διακόπτες γιατί έχουμε ενέργεια που δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε καλώδια (τις απαραίτητες διασυνδέσεις) για να μεταφέρουμε την ενέργεια.

Είναι σαν να φτιάξαμε μια μεγάλη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και να ξεχάσαμε να τη συνδέσουμε με το σύστημα. Είναι ανάγκη να φτιάξουμε το δίκτυο, που μεταφράζεται σε επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ ακόμα». 

Αυτονόμηση κυβερνήσεων

Ένα ακόμη δομικό πρόβλημα στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Μυτιληναίος, σύμφωνα με ΜΜΕ στην Ελλάδα, είναι ότι πλέον οι χώρες προχωρούν σε εθνικές πολιτικές χωρίς την έγκριση των Βρυξελλών. «Ο τρόπος με τον οποίον είναι δομημένη η ΕΕ, οι βασικοί θεσμοί της, ήταν καλός για τη Λισαβόνα του 2007. Στο 2024 δεν έχει αλλάξει τίποτα», σημείωσε.

«Έχουμε μια εσωτερική αγορά που σιγά σιγά αποσυντίθεται, γιατί οι επιμέρους χώρες αρχίζουν και αυτονομούνται. Για να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος της ενέργειας η Κυβέρνηση του Βελγίου, αποφάσισε να δώσει επιδότηση ύψους 500 εκατομμυρίων ευρώ στην Arcelor Mittal, προκειμένου να μην κλείσει. «Δεν ρώτησε την Ε.Ε. Αντίστοιχα, η Γερμανία έχει αρχίσει τις επιδοτήσεις εδώ και μήνες. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η συνοχή της Ε.Ε., που έχει αρχίσει να κλονίζεται» είπε ο κ. Μυτιληναίος.

«Εκτός από τη συνοχή, σημαντικό πρόβλημα για τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη συνεχίζει να είναι η γραφειοκρατία. Σε σύσκεψη που έγινε πρόσφατα, ο διευθύνων σύμβουλος μεγάλης χημικής βιομηχανίας αποκάλυψε ότι μόνο πέρυσι η εταιρεία του έλαβε από την Ε.Ε. 45 χιλιάδες κανονισμούς, στους οποίους καλείται να συμμορφωθεί. Πόσες μεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να ανταποκριθούν σε τέτοιο γραφειοκρατικό φόρτο; Είναι σαφές ότι έχουμε πρόβλημα γραφειοκρατίας, τόνισε».

Ειδικότερα, αναφέρθηκε στο ζήτημα μεγάλης καθυστέρησης στην αδειοδότηση. «Στην Ιταλία για να πάρεις μια άδεια για φωτοβολταϊκό θες 5 χρόνια αν είσαι τυχερός, 10 χρόνια αν δεν είσαι. Στον Καναδά μιλάμε για κάποιους μήνες. Είναι πολύ πιο απλοποιημένα τα πράγματα».

Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι δομικό, τόνισε ο κ. Μυτιληναίος και αυτό πρέπει να μας απασχολήσει και στις ευρωεκλογές. Χρειαζόμαστε έναν καινούργιο καταστατικό χάρτη. Η οικονομία, η τεχνολογία έχουν αλλάξει ριζικά, δεν μπορούμε να μένουμε στους κανονισμούς του 2007, πρόσθεσε.

Για τον ίδιο «σοβαρό πρόβλημα υπάρχει και στο θέμα της λογοδοσίας των ευρωπαϊκών οργάνων. Είναι χαρακτηριστικό το θέμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού: μια επιχείρηση θα είναι τυχερή εάν λάβει απάντηση από αυτήν μέσα σε ένα χρόνο. Ακόμη και τότε, εάν η απάντηση είναι αρνητική δεν υπάρχει κάποιος άλλος βαθμός. Αυτό ήταν, τελείωσε, δεν υπάρχει λογοδοσία, δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν». 

Ο άνισος ανταγωνισμός

Ο κ. Μυτιληναίος, με την ιδιότητά του ως πρόεδρος της Eurometaux, άσκησε κριτική στις ευρωπαϊκές πολιτικές που πλήττουν τη βιωσιμότητα της βιομηχανίας, σχολιάζοντας σε συνέδριο στην Ιταλία πως «το ενεργειακό κόστος είναι κατά πολύ υψηλότερο στην Ευρώπη, δημιουργώντας άνισους όρους ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απερχόμενη Επιτροπή ήταν όσο πιο «πράσινη» θα μπορούσε να είναι. Νομίζω ότι η «πράσινη» μετάβαση ήταν νούμερο 1 στη λίστα στην αρχή, τώρα δεν ξέρω αν η «πράσινη» μετάβαση είναι καθόλου στη λίστα. (…)

Πρέπει να συνδυάσουμε την πράσινη μετάβαση και την απεξάρτηση της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές με μια υγιή βιομηχανία.

Τόνισε ακόμα ότι «το κλιματικό πρόβλημα είναι παγκόσμιο και όχι αμιγώς πρόβλημα της Ε.Ε. Πρέπει να αξιοποιηθεί η ευρωπαϊκή διπλωματία, προκειμένου και άλλες χώρες να ακολουθήσουν το ευρωπαϊκό παράδειγμα, αν θέλουμε πραγματικά να βάλουμε τις βάσεις για ένα μέλλον βιώσιμο για όλους».

Επισήμανε με έμφαση ότι η συζήτηση στην Ευρώπη έχει επικεντρωθεί στην πράσινη μετάβαση, εις βάρος όμως της οικονομικής βιωσιμότητας. Κατά τον κ. Μυτιληναίο, η Ευρώπη βιάστηκε να στραφεί μακριά από το φυσικό αέριο, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει για δεκαετίες ακόμα.

Κάλεσε ταυτόχρονα την Ευρώπη να στηρίξει τις βιομηχανίες της, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τόσο την Κίνα, όσο και τις ΗΠΑ. «Θα πρέπει να κατανοήσει η Ε.Ε. ότι χωρίς ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής θα χάνει έδαφος», ανέφερε χαρακτηριστικά.