Αντί το κράτος να έχει έσοδα μέσω της καταβολής του εγγυητικού τέλους το οποίο καταβάλλουν οι τράπεζες που επωφελήθηκαν από την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση η οποία δημιουργήθηκε από φορολογικές ζημιές, τελικά έχει δημοσιονομικό κόστος.

Αυτό υποστηρίζει με παρέμβαση του ο νέος Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου. Με επιστολή του προς το υπουργείο Οικονομικών, παραθέτει τις απόψεις του, κρούοντας, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για δημοσιονομικές επιπτώσεις που προκύπτουν. Η νομοθεσία που εγκρίθηκε το Μάιο του 2022 προβλέπει πως ένα πιστωτικό ίδρυμα επωφελείται τις ειδικές πιστώσεις φόρου με αντίτιμο την καταβολή του ετήσιου εγγυητικού τέλους προς το κράτος.

Παράλληλα, καθορίζει το κατώτατο και ανώτατο όριο εγγυητικού τέλους. Επίσης, ο υπουργός Οικονομικών μπορεί να αποφασίσει εάν το εγγυητικό τέλος θα είναι από 1,5% επ’ αυτού, με ανώτατο όριο τα €10 εκατ. τον χρόνο. Αξίζει να αναφερθεί πως η νομοθεσία ενεργοποιείται στις περιπτώσεις που γίνεται μεταβίβαση εργασιών και περιουσιακών στοιχείων από ένα πιστωτικό ίδρυμα σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα, στο πλαίσιο της εξυγίανσης της τράπεζας. Οι συσσωρευμένες ζημίες της τράπεζας μπορούν να μετατραπούν σε αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση και στη συνέχεια αυτή με τη σειρά της θα πρέπει να καταβάλει το εγγυητικό τέλος στο κράτος. Στην Κύπρο, το μοναδικό τραπεζικό ίδρυμα που έχει εξυγιανθεί είναι η Λαϊκή Τράπεζα. Στο μεταξύ, μέρος των συσσωρευμένων ζημιών της Λαϊκής το επωμίσθηκε η Τράπεζα Κύπρου και αυτές οι ζημιές έχουν μετατραπεί σε αναβαλλόμενές φορολογικές απατήσεις. Όπως είχε λεχθεί στη Βουλή, η Τράπεζα Κύπρου θα κατέβαλε το εγγυητικό τέλος μέχρι το 2028.

Διαφωνεί με ΥΠΟΙΚ

Ο νέος Γενικός Ελεγκτής, απαντώντας στη επιστολή του τέως γενικού διευθυντή του υπουργείου Οικονομικών, Γιώργου Παντελή, διαφώνησε με τη θέση του. Ο κ. Παντελή είχε υποστηρίξει πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει δημοσιονομικό κόστος με τη λογική ότι εάν το πιστωτικό ίδρυμα πραγματοποιεί κέρδος δεν θα καταβάλει φόρο στο κράτος. «Θεωρήθηκε ως δεδομένο ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα (Τράπεζα Κύπρου) θα πραγματοποιεί για την περίοδο μέχρι το 2028, ετήσια κέρδη υψηλότερα του ποσού της ετήσιας δόσης (ζημιών) ύψους €303,27 εκατ. και επομένως το κέρδος της θα συμψηφίζεται με τις ζημίες πως επωμίσθηκε από τη Λαϊκή, οπότε και εξάχθηκε το συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει δημοσιονομικό κόστος από τη συγκεκριμένη τροποποίηση», προσθέτει ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Άλλος ένας λόγος που δεν βρίσκεται σύμφωνη την Ελεγκτική Υπηρεσία, σύμφωνα με τον Γενικό Ελεγκτή, είναι το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στην περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου, ενδεχομένως, να πραγματοποιεί ζημίες και επομένως, όπως σημειώνει, θα έχει όφελος, το οποίο μετατρέπεται σε κόστος για το κράτος. Αυτό, το ενδεχόμενο, σύμφωνα με τον κ. Παπακωνταντίνου, δεν θα μπορούσε να συμβεί πριν την αλλαγή του νόμου. «Πριν την τροποποίηση του άρθρου 9Δ, η πραγματοποίηση ζημιών της Τράπεζας Κύπρου, απλά θα αύξανε το ποσό των ζημιών της, πέραν των ζημιών που επιφορτίστηκε από τη Λαϊκή, ποσό το οποίο θα μπορούσε να συμψηφίσει με τυχόν κέρδη του συγκροτήματος, για περίοδο 15 ετών, ως οι άλλες τράπεζες και χωρίς αυτό να εμπλέκει δημοσιονομικό κόστος. Υποδεικνύει, πως με την τροποποίηση του συγκεκριμένου άρθρου στην περίπτωση πραγματοποίησης ζημιών, Τράπεζα Κύπρου έχει τη δυνατότητα να τις μετατρέψει σε ανάλογη ειδική πίστωση φόρου.

Εξόφληση οφειλών

Σύμφωνα με τον Γενικό Ελεγκτή, η ειδική πίστωση φόρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την Τράπεζα Κύπρου για εξόφληση οποιωνδήποτε φορολογικών της υποχρεώσεων και να της πληρωθεί ως επιστρεπτέος φόρος. «Λόγω των πιο πάνω η τράπεζα επωφελείται σημαντικά και το κράτος επωμίζεται το αντίστοιχο κόστος», υπογραμμίζει ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Ταυτόχρονα, επισημαίνει πως στην περίπτωση που το ετήσιο κέρδος που πιθανόν να πραγματοποιεί η συγκεκριμένη τράπεζα είναι χαμηλότερο της ετήσιας δόσης των €303,27 εκατ., θα προκύπτει, επίσης, δημοσιονομικός κόστος και όφελος της Τράπεζας Κύπρου υπολογιζόμενο στη διαφορά της δόσης και του κέρδους. Τέλος, επικαλείται στοιχεία του Τμήματος Φορολογίας, σύμφωνα με τα οποία, κατά τα φορολογικά έτη 2018-2021 η Τράπεζα Κύπρου, πραγματοποίησε ζημίες, ενώ το 2022 πραγματοποίησε κέρδος, το οποίο όπως επισημαίνει, έχει συμψηφίσει με άλλες ζημιές που πραγματοποίησε η τράπεζα και έτσι δεν χρησιμοποιήθηκαν οι ζημιές που επιφορτίστηκε από τη Λαϊκή.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως αναφέρει ο Γενικός Ελεγκτής, το κράτος να παραχωρήσει στην Τράπεζα Κύπρου ειδικές πιστώσεις φόρου €189,55 εκατ. για ολόκληρη την περίοδο 2018-2022. «Αυτό το συγκεκριμένο δικαίωμα/ όφελος δεν υπήρχε πριν την σχετική τροποποίηση. Μέχρι σήμερα η τράπεζα έχει χρησιμοποιήσει το πιο πάνω ποσό των ειδικών πιστώσεων φόρου, συνολικό ποσό €102,3 εκατ. για εξόφληση οφειλών του συγκροτήματος της προς το κράτος», καταλήγει.