Η ανισότητα μισθών στην Κύπρο βγάζει μάτι και όχι μόνο αν η σύγκριση γίνει μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά  μεταξύ των κλάδων της οικονομίας και των εταιρειών που είναι ελεγχόμενες από αλλοδαπούς και εμφανίζουν υψηλή κινητικότητα, όπως φαίνεται από τα στοιχεία της έκθεσης του Δημοσιονομικού Συμβουλίου για το 2025.

Χαρακτηριστικά αναφέρεται «όσον αφορά στην κατανομή των εισοδημάτων, και δη των μισθών, παρατηρούμε σημαντικές μετατοπίσεις μεταξύ των τομέων της οικονομίας. Από το 2021 μέχρι τα πιο πρόσφατα στοιχεία, οι μισθοί έχουν αυξηθεί κατά περίπου 21%. Ωστόσο, δεν αυξήθηκαν σε όλους τους τομείς, βιομηχανίες και γεωγραφικές περιοχές το ίδιο. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός ότι, στις «Δραστηριότητες Υπηρεσιών Πληροφορίας», οι μισθοί τελευταία τέσσερα χρόνια, αυξήθηκαν κατά 97.1%, φτάνοντας στα 4.959 ευρώ. Στην υποκατηγορία «δραστηριότητες συναφείς προς τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες», ο μέσος μισθός το 2024 ήταν στα 5.113 ευρώ, μετά από αύξηση κατά 27%».

Στην έκθεση το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υποδεικνύει «από τα στοιχεία, καθίσταται ξεκάθαρο πως η ανισότητα μεταξύ των κλάδων της οικονομίας μεγαλώνει με αυξημένη ταχύτητα στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Ακόμα πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι πως, ενώ οι μισθοί συνολικά αυξάνονται (κατά μέσο όρο), μεγαλώνει ταυτόχρονα και η ανισότητα μεταξύ των μισθών που επικρατούν ανά βιομηχανία. Γενικότερα, οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα στους κλάδους δραστηριότητας, όπου είναι ήδη υψηλότεροι από τους άλλους».

Στην εξήγηση που δίνεται είναι ότι «η εκτεινόμενη απόκλιση εισοδημάτων φαίνεται πως σχετίζεται με τα επίπεδα επενδύσεων και την διαμόρφωση κεφαλαίου στην κάθε κατηγορία απασχόλησης οποία καθοδηγεί και την πραγματική παραγωγικότητα ανά κλάδο της οικονομίας. Σημαντικός όμως είναι και ο ρόλος της μετατόπισης των εισοδημάτων, υπέρ του κέρδους (περιλαμβανομένου και του μεικτού) και της εργασίας». Η έκθεση περιλαμβάνει ενδιαφέροντα στοιχεία ως προς την πορεία των εισοδημάτων, Για περίπου το 40% των κατηγοριών απασχόλησης, αναφέρει το η Δημοσιονομικό Συμβούλιο, οι πραγματικοί μισθοί έχουν μειωθεί  από το 2021 και εντεύθεν. Oι οικονομικές δραστηριότητες όπου οι μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από τον σωρευτικό πληθωρισμό κατά την ίδια περίοδο, απασχολούν το 37% των εργαζομένων. Με βάση την πιο πάνω εικόνα, καθίστανται πιο εύκολα κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους τα αντικειμενικά θετικά στοιχεία και δεδομένα της οικονομίας δεν έχουν μεταφραστεί το τελευταίο διάστημα σε εργασιακή και κοινωνική ικανοποίηση.

Ο ρόλος των ξένων εταιρειών

Σε συνδυασμό   με το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό, κοντά στο 11% του ΑΕΠ «διαρρέει» εκτός Κύπρου προς τους τελικούς ιδιοκτήτες των αλλοδαπώς ελεγχόμενων επιχειρήσεων, προκύπτει πως, εκτός από την αυξημένη «μεροληπτική» κατανομή των εισοδημάτων, παράγοντας κοινωνικής πίεσης είναι και το δεδομένο ότι τα πραγματικά εισοδήματα και τα διαθέσιμα εισοδήματα είναι χαμηλότερα από εκείνα που φαίνονται στα στοιχεία που βασίζονται στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) και όχι στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΕ), επισημαίνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Υποδεικνύεται ότι «λόγω του υψηλού πρωτογενούς εισοδήματος που εγκαταλείπει την οικονομία, τα πραγματικά κατά κεφαλήν εισοδήματα, όχι μόνο διανέμονται με μεγαλύτερες αποκλίσεις από ό,τι δείχνουν εκ πρώτης όψεως τα μακροσκοπικά στοιχεία που βασίζονται στο ΑΕΠ, αλλά είναι και σημαντικά χαμηλότερα: Ο Σύνθετος Ετήσιος Ρυθμός Αύξησης (ΣΕΡΑ) των κατά κεφαλήν εισοδημάτων, αν ληφθεί υπόψη το ΑΕΠ, κινήθηκε άνω του 3% για την περίοδο 2018-2024. Αντίθετα, αν ληφθεί υπόψη το ΑΕΕ, κινείται στο αναιμικό 1.74%».

Επιπλέον αναφέρεται στην έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, το γεγονός ότι η κύρια δυναμική της ανάπτυξης προέρχεται από υψηλής κινητικότητας αλλοδαπώς ελεγχόμενες επιχειρήσεις, με επίκεντρο την Πληροφόρηση και Επικοινωνία δημιουργεί σοβαρές τρωτότητες για την οικονομία, οι οποίες, αυτή τη στιγμή, δεν τυγχάνουν αντιμετώπισης. «Φυσιολογικά, καθώς οι μέσοι μισθοί ανά κατηγορία NACE (κατηγορία οικονομικής δραστηριότητας) αποκλίνουν, αναμένεται πως αυτή η απόκλιση θα μεταφραστεί σταδιακά και σε αύξηση του δείκτη εισοδηματικής ανισότητας. Όσον αφορά στα επίσημα στοιχεία που αφορούν στην κατανομή εισοδήματος, εντοπίζεται μια «αφύσικη» απότομη αύξηση της ανισότητας μετά το 2019. Η γενικότερη εικόνα, όμως, εκ πρώτης όψεως συνάδει με την εκτίμηση πως, από το 2020 συνεχίζεται μια σταδιακή αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας, η οποία επιταχύνθηκε μετά το 2023».

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αναφέρει «η εικόνα ενισχύει την εκτίμηση για σταδιακή αύξηση της ανισότητας τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο, παρόλο ότι οι μετατοπίσεις μεταξύ τομέων της οικονομίας (και όχι μόνο μεταξύ εισοδηματικών κατηγοριών), σε συνδυασμό και με την μετατόπιση του εισοδήματος, από την εργασία προς το κέρδος (περιλαμβανομένου και του μεικτού κέρδους), ενδεχομένως να υποτιμούν την αύξηση της ανισότητας τα τελευταία χρόνια. Σημειώνεται, επίσης, η εκ φύσεως υστέρηση στα συγκεκριμένα στοιχεία, με ιδιαίτερες καθυστερήσεις (περίπου 18 μηνών συνήθως) σε δείκτες ανισότητας (π.χ. Gini). Έτσι, δικαιολογείται η εκτίμηση πως μπορεί να αναμένεται επιπλέον επιδείνωση των δεικτών Gini και S80/S20 στις επόμενες εκδόσεις τους».

Ανακατανομή εσόδων υπέρ κερδών και εις βάρος μισθών

Πέρα από την κατανομή των μισθολογικών αυξήσεων, υπήρξε επίσης και ανακατανομή εσόδων υπέρ των κερδών και σε βάρος των μισθών, σημειώνεται στην έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.» Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι, μια πρώτη μακροσκοπική παρατήρηση της οικονομίας, προϊδέαζε τα τελευταία χρόνια πως υφίστανται όλες οι απαραίτητες συνθήκες για να ασκηθούν αυξητικές τάσεις στα μισθολόγια: Στενότητα στην αγορά εργασίας, υψηλή ανάπτυξη, χαμηλή ανεργία, αύξηση κεφαλαίου ανά εργαζόμενο». Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο υποδεικνύει ότι η αύξηση των αποδόσεων του κεφαλαίου μπορεί να οφείλεται σε σειρά παραγόντων, ανάμεσά τους και η νομισματική πολιτική που ακολούθησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τα τελευταία χρόνια, με την οποία αυξήθηκε η «επίσημη» απόδοση του κεφαλαίου. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει και η τάση των επενδύσεων στην Κύπρο, η οποία κατέγραψε ραγδαία αύξηση τα τελευταία χρόνια . Η γενικευμένη εικόνα που επικρατεί στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη, όπου εκτιμάται πως η εισροή μεταναστών έχει ασκήσει πιέσεις στους μισθούς, δεν φαίνεται να ισχύει στην Κύπρο, καθώς η αύξηση των ξένων εργαζομένων είναι κατά κανόνα περιορισμένη στους κλάδους όπου καταγράφεται ταυτόχρονα και αύξηση στον αριθμό επιχειρήσεων, στις επενδύσεις και στην παραγωγικότητα. Ακόμα σημαντικότερο είναι, επίσης, το ποιοτικό χαρακτηριστικό πως οι προσλήψεις στις συγκεκριμένες κατηγορίες NACE αφορά κυρίως στην πλήρωση θέσεων για τις οποίες οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν ντόπιο προσωπικό.

Αυξάνεται η απόσταση μεταξύ μέσου και διάμεσου

Σημειώνεται, επιπλέον, πως υφίσταται μια ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση στα στοιχεία που αφορούν στην ανισότητα: Αφενός, ο δείκτης Gini που αφορά στις ακαθάριστες απολαβές των εργαζομένων, δείχνει μεν μια επιδείνωση μετά το 2022, στο παρόν στάδιο όμως δεν διαφαίνεται δραματική αύξηση. Ο συγκεκριμένος δείκτης παραμένει υψηλός, και κινείται κοντά στο 40%. Αντίθετα, σύμφωνα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σημαντικές είναι οι αυξήσεις στον δείκτη Gini αν αυτός προσμετρηθεί με βάση τα στοιχεία του διαθέσιμου εισοδήματος, αφού από 29.3% και 29.0% το 2021 και 2022 αντίστοιχα, κινήθηκε στο 29.8% και 30.1% το 2023 και 2024. Στην έκθεση επισημαίνεται ότι «από το 2024, ο δείκτης Gini της χώρας βρίσκεται υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σε πείσμα της διαχρονικής εικόνας που ήθελε, μέχρι σήμερα, την ανισότητα στην Κύπρο να είναι χαμηλή σε σύγκριση με τους εταίρους μας. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το ότι, εκτός από το γεγονός ότι η τυπική απόκλιση μεγαλώνει, που από μόνο του δείχνει πως «απλώνεται» η διακύμανση των απολαβών, ταχεία αυξάνεται και η απόσταση μεταξύ του μέσου και του διάμεσου, γεγονός που, από μόνο του, δεικνύει αύξηση ανισοτήτων. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, σε απόλυτες αξίες (ευρώ), η απόσταση του μέσου από τον διάμεσο έχει επεκταθεί κατά 32%».