Τρία χρόνια ήταν αρκετά για να αλλάξουν οι συνήθειες των δανειζόμενων με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η κυριαρχία των κυμαινόμενων επιτοκίων και να παρατηρείται μαζική στροφή στις χορηγήσεις με σταθερό επιτόκιο για αγορά κατοικίας και επιχειρηματικά δάνεια. Φυσικά δεν είναι μόνο τι προτιμούν οι δανειζόμενοι αλλά και η προώθηση σχεδίων από τις τράπεζες με σταθερό επιτόκιο ειδικά μετά την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει το κόστος για να μειωθεί ο πληθωρισμός. Ουσιαστικά ο πελάτης «κλειδώνει» την δόση του για τρία, πέντε ή δέκα χρόνια και η μηνιαία καταβολή δεν επηρεάζεται από τις αυξομειώσεις των επιτοκίων λόγω πολιτικής της ΕΚΤ.

Πιο αναλυτικά σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Φιλελεύθερος από τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας στο Οικονομικό Δελτίο, στα επιχειρηματικά δάνεια,  παρατηρείται αύξηση του μεριδίου δανείων με σταθερό επιτόκιο μεγαλύτερης διάρκειας (με αρχική περίοδο προσδιορισμού άνω του ενός έτους), το οποίο από μόλις 1% το 2022 ανήλθε σε 35% την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025. Ταυτόχρονα, το μερίδιο δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο και αρχική περίοδο προσδιορισμού έως ένα έτος υποχώρησε, από 99% το 2022 σε 65% την ίδια περίοδο. Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι η μετατόπιση αυτή αντανακλά την αυξημένη προτίμηση των επιχειρήσεων για μεγαλύτερη σταθερότητα στο κόστος χρηματοδότησης. ο μέσο επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο   μειώθηκε αισθητά από 5,4% τον Ιούνιο του 2024 σε 3,6% τον Οκτώβριο του 2025, καταγράφοντας συνολική μείωση 184 μονάδων βάσης η οποία υπερέβη τη μείωση των 162 μονάδων βάσης στον διάμεσο της ζώνης του ευρώ. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί στο σημαντικό ποσοστό μετάδοσης 92% της συνολικής μείωσης του επιτοκίου διευκόλυνσης καταθέσεων (Deposit Facility Rate – DFR) της ΕΚΤ, σε σύγκριση με ποσοστό μετάδοσης 81% στον αντίστοιχο διάμεσο της ζώνη του ευρώ. Στο αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, συνέβαλε το γεγονός ότι σημαντικό ποσοστό των νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο είναι βραχυπρόθεσμα και συνδεδεμένα με το επιτόκιο διατραπεζικής αγοράς Euribor, γεγονός που επιτρέπει την ταχεία προσαρμογή των επιτοκίων χορηγήσεων έναντι των αλλαγών στα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.

Η σημαντική μείωση των επιτοκίων οδήγησε σε ουσιαστική σύγκλιση των επιχειρηματικών επιτοκίων στην Κύπρο με τον διάμεσο της ζώνης του ευρώ.  Έως τον Οκτώβριο του 2025, το επιτόκιο νέων επιχειρηματικών δανείων στην Κύπρο διαμορφώθηκε στο 3,6%, σε σχεδόν πλήρη ευθυγράμμιση με τον αντίστοιχο διάμεσο της ζώνης του ευρώ (3,5%). Ως αποτέλεσμα, η σχετική απόκλιση, η οποία είχε φθάσει έως και 1,7 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) στην κορύφωσή της, περιορίστηκε μόλις στο 0,1%.

Δεν έμειναν πίσω τα στεγαστικά

Η μεταβολή στη σύνθεση των νέων στεγαστικών δανείων υπήρξε πιο έντονη σε σχέση με τα νέα επιχειρηματικά δάνεια. Το μερίδιο των βραχυπρόθεσμων νέων στεγαστικών δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο και αρχική περίοδο προσδιορισμού έως ενός έτος, ο μέσος όρος μειώθηκε από 95% το 2022 σε 21% την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025. Αντίστοιχα, ενισχύθηκε σημαντικά η χορήγηση νέων στεγαστικών δανείων σταθερού επιτοκίου μεσοπρόθεσμης διάρκειας (αρχική περίοδος προσδιορισμού μεταξύ 1 έως 5 έτη) με πιο ελκυστικά επιτόκια, βάσει των στοιχείων της ΚΤΚ.

Η κατηγορία αυτή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη σε όγκο κατηγορία νέων χορηγήσεων, αντιπροσωπεύοντας το 64% των νέων στεγαστικών δανείων την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025. Οι εξελίξεις αυτές, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη προτίμηση των νοικοκυριών για σταθερότητα στην ανάληψη επιτοκιακού κινδύνου και προβλεψιμότητα στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Από τον Μάιο του 2025 και εντεύθεν, τα κυπριακά επιτόκια επιτοκίων νέων στεγαστικών δανείων καταγράφουν σημαντική σύγκλιση με τον αντίστοιχο διάμεσο της ζώνης του ευρώ, υποχωρώντας στο 3,1% τον Οκτώβριο του 2025 έναντι διάμεσου 3,4% στη ζώνη του ευρώ.

Ωστόσο, η αυξανόμενη διείσδυση στεγαστικών δανείων σταθερού επιτοκίου εξ υπακούει ότι η μετάδοση των μελλοντικών αποφάσεων νομισματικής πολιτικής ενδέχεται να πραγματοποιείται με πιο αργό ρυθμό, καθώς μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω χαρτοφυλακίου δεν θα επηρεάζεται άμεσα από μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων της ΕΚΤ.