Δεν λέει να στεριώσει το νομοθετικό πλαίσιο για τις πολλαπλές συντάξεις των κρατικών αξιωματούχων, καθώς τρεις νόμοι από το πακέτο που ενέκρινε η Βουλή το περασμένο καλοκαίρι θεωρούνται αντισυνταγματικοί, σύμφωνα με γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας.
Και αυτό γιατί διαπιστώθηκε πως η αναστολή της σύνταξης για πολιτειακούς αξιωματούχους, για μέλη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) και της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ), συγκρούεται με το άρθρο 23 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.
Συνεπώς, με αυτά τα δεδομένα, τόσο νυν όσο και μελλοντικοί αξιωματούχοι που εμπίπτουν στην κατηγορία των πολιτειακών αξιωματούχων, της ΕΔΥ και της ΕΕΥ θα συνεχίσουν να λαμβάνουν ταυτόχρονα μισθό και σύνταξη. Κάτι που επιχείρησε να σταματήσει η Βουλή κατά τις συζητήσεις που έκανε για 18 μήνες, αλλά δεν τα κατάφερε, με τις ευλογίες μάλιστα της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς οι νόμοι είχαν υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Παρά την αναπομπή των νόμων, την οποία η Βουλή έκανε μερικώς αποδεκτή, χωρίς να συμπεριλάβει σε αυτούς τις εισηγήσεις της Κυβέρνησης που σύμφωνα με αυτήν θα θωράκιζαν τη νέα νομοθεσία, στην πορεία ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης, για να αποφύγει νέα αντιπαράθεση με τα κόμματα, δεν προχώρησε σε αναφορά των νόμων στο Ανώτατο Δικαστήριο και τους έθεσε σε ισχύ.
Νομικοί κύκλοι που είχαν μιλήσει τότε στον «Φ» ανέφεραν πως το νέο νομικό πλαίσιο που θεσπίστηκε το καλοκαίρι ήταν νομικά ευάλωτο και, σε περίπτωση που κάποιος προσέφευγε στη Δικαιοσύνη, «έπεφτε».
Κάτι που υποδεικνύει και η νέα γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, η οποία έχει καλέσει το Υπουργείο Οικονομικών και συγκεκριμένα το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού (ΤΔΔΠ) να προχωρήσει στην τροποποίηση του νόμου για να σταματήσει η στρέβλωση. Αυτό, στην πράξη, σημαίνει πως θα πρέπει να ετοιμαστεί νέο νομοσχέδιο. Σημειώνεται πως, εάν δεν αλλάξει ξανά το νομοθετικό πλαίσιο, θα έχουμε επανάληψη του σκηνικού που έγινε επί διακυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια, όταν επηρεαζόμενοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, η οποία αποφάσισε πως η σύνταξη αποτελεί περιουσιακό στοιχείο και δεν μπορεί να αναστέλλεται.
Η παρέμβαση του Γενικού Λογιστηρίου
Τη νέα γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας είχε ζητήσει το Γενικό Λογιστήριο, ώστε να λάβει αποφάσεις για τον τρόπο διαχείρισης της νομοθεσίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα υπήρχε στην πρόνοια με την οποία θα αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης στους κρατικούς αξιωματούχους, οι οποίοι θα λαμβάνουν ένα μηνιαίο ποσό €500. Η Βουλή υποστήριζε πως η πρόνοια αυτή αφορά κυρίως τους μελλοντικούς αξιωματούχους. Ωστόσο, το Γενικό Λογιστήριο είχε επιφυλάξεις εάν η συγκεκριμένη πρόνοια αγγίζει τελικά και κάποιους εν ενεργεία κρατικούς αξιωματούχους, οι οποίοι λαμβάνουν παράλληλα σύνταξη και μισθό.
Τον περασμένο Αύγουστο, με επιστολή του προς τη Νομική Υπηρεσία, ο Γενικός Λογιστής Ανδρέας Αντωνιάδης ζητούσε διευκρινίσεις κατά πόσο η νέα νομοθεσία συγκρούεται με τη δικαστική απόφαση του 2014 στην υπόθεση Κουτσελίνη. Ο βασικός νόμος του 1980 προέβλεπε την αναστολή της καταβολής της σύνταξης σε εν ενεργεία αξιωματούχους, ωστόσο, λόγω της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν εφαρμόστηκε.
Το νέο νομικό πλαίσιο
Σημειώνεται πως, με τη νέα νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον Αύγουστο, γίνεται συμψηφισμός και των συντάξεων των κρατικών αξιωματούχων για πολλαπλές θητείες, με τη διατήρηση των θεμελιωμένων δικαιωμάτων. Από τη νέα νομοθεσία εξαιρείται αριθμός αξιωματούχων που καλύπτονται από το Σύνταγμα και για τους οποίους η Βουλή δεν έχει δικαίωμα να επηρεάσει τα δικαιώματά τους στο μέσο της θητείας τους.
Επιπλέον, η νέα νομοθεσία προβλέπει ότι όλοι οι μελλοντικοί κρατικοί αξιωματούχοι (εκτός από τις εξαιρέσεις που αποφάσισε η Βουλή) θα λαμβάνουν σύνταξη στο 65ο έτος της ηλικίας τους αντί στο 60ό. Επίσης, αναστέλλεται η καταβολή σύνταξης σε περίπτωση που κάποιος αξιωματούχος αναλάβει νέο αξίωμα και θα λαμβάνει ποσό €500 από τη σύνταξη, ενώ το υπόλοιπο θα αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα βρίσκεται στη κρατική θέση. Επιπρόσθετα, προβλέπεται η οικειοθελής αποποίηση των συντάξεων που λαμβάνουν από το κράτος για όσο διάστημα κατέχουν δημόσια αξιώματα.
Τι αναφέρει η Νομική Υπηρεσία
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Φ», η Νομική Υπηρεσία, στη νέα γνωμάτευση της προς το Γενικό Λογιστήριο, αναφέρει πως είναι αντισυνταγματική η αναστολή της σύνταξης σε τρεις νόμους που αφορούν τους πολιτειακούς αξιωματούχους, τα μέλη της ΕΔΥ και της ΕΕΥ. Παράλληλα, επικαλείται την απόφαση Κουτσελίνη, υποστηρίζοντας πως η αναστολή της σύνταξης είναι αντισυνταγματική, καθώς επιφέρει στέρηση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος.
Ουσιαστικά, με βάση τη γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, θα είναι αντισυνταγματική η αναστολή σύνταξης σε υφιστάμενο αξιωματούχο που στο μέλλον δυνατό να αναλάβει άλλο αξίωμα. Για παράδειγμα, εν ενεργεία υπουργός που διορίστηκε κατά τον τελευταίο κυβερνητικό ανασχηματισμό και προηγουμένως ήταν αξιωματούχος του κράτους σε άλλη θέση, βάσει της νέας νομοθεσίας δεν πρέπει να λαμβάνει σύνταξη από τα προηγούμενα καθήκοντά του, ωστόσο, σύμφωνα με τη γνωμάτευση, η αναστολή της σύνταξης δυνατό να κριθεί αντισυνταγματική σε περίπτωση προσφυγής του επηρεαζόμενου στο δικαστήριο.
Νέο νομοσχέδιο
Η Νομική Υπηρεσία καλεί το Υπουργείο Οικονομικών να προχωρήσει στην τροποποίηση του νόμου για να αρθούν οι στρεβλώσεις που εντόπισε, καθώς, όπως επισημαίνει, κάποιες από τις πρόνοιες των νόμων που σχετίζονται με τους πολιτειακούς αξιωματούχους, τα μέλη της ΕΔΥ και της ΕΕΥ είναι αντισυνταγματικές, αφού τους αποστερείται η σύνταξη.
Πάντως, η τροποποίηση του νόμου δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί πριν από την αυτοδιάλυση της Βουλής, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία νέων κεκτημένων δικαιωμάτων για τους νέους βουλευτές. Όπως πληροφορείται ο «Φ», στο μικροσκόπιο των τεχνοκρατών του αρμόδιου υπουργείου βρίσκεται η ενίσχυση των προνοιών της νέας νομοθεσίας, ώστε να είναι νομικά και συνταγματικά θωρακισμένη σε περίπτωση προσφυγής επηρεαζόμενου στη Δικαιοσύνη. Επιπλέον, εξετάζεται και η διόρθωση των προνοιών που αναστέλλουν τη σύνταξη για τους κρατικούς αξιωματούχους.
Με τα νέα δεδομένα, έγινε αυτό που απεύχονταν τα κόμματα, τα οποία δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση το συγκεκριμένο θέμα να επανέλθει στο προσκήνιο παραμονές των βουλευτικών εκλογών.