Να περιορίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις απώλειες ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου επιδιώκουν τα κόμματα, επιστρατεύοντας στην προεκλογική μάχη ζητήματα που αγγίζουν άμεσα τους πολίτες. Κοινός παρονομαστής των περισσότερων πολιτικών δυνάμεων είναι οι τράπεζες.

Εκποιήσεις, σύσταση ειδικού δικαστηρίου, προστασία εγγυητών, καταχρηστικές ρήτρες σε δανειακές συμβάσεις αλλά και φορολόγηση των τραπεζών αναμένεται να βάλουν μπουρλότο στο προεκλογικό σκηνικό. Τα κόμματα επιχειρούν να ρυθμίσουν νομοθετικά τα συγκεκριμένα ζητήματα στις 54 ημέρες που απομένουν μέχρι την αυτοδιάλυση της Βουλής, τον Απρίλιο. Πρόκειται, ωστόσο, για εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, καθώς τα χρονικά περιθώρια είναι στενά, ενώ για αρκετές από τις προτεινόμενες αλλαγές απαιτείται και η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία εποπτεύει τις συστημικές τράπεζες της Κύπρου.

Αναγκαστικές συμμαχίες

Σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τις απώλειες, τα κόμματα εμφανίζονται αποφασισμένα να αναζητήσουν συμμαχίες ακόμα και με δυνάμεις με τις οποίες στο παρελθόν είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Ουσιαστικά διαμορφώνονται συγκυριακές συνεργασίες, με στόχο την ενίσχυση των ποσοστών τους και την προσέλκυση αναποφάσιστων ψηφοφόρων μέσα από την προώθηση θεμάτων που ενδιαφέρουν πολύ τους ψηφοφόρους.

Ενδεικτική είναι η στάση του ΔΗΣΥ, ο οποίος στο παρελθόν απέφευγε οποιαδήποτε συζήτηση για νομοθετικές τροποποιήσεις που απέρριπταν οι τράπεζες, αλλά πλέον εισέρχεται δυναμικά στο πεδίο, προτείνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις για προστασία των εγγυητών.

Η επανασυζήτηση ζητημάτων που αφορούν τις τράπεζες στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή θεωρείται αναπόφευκτη.

Ήδη, μια πρώτη προσπάθεια έγινε την περασμένη Δευτέρα στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, όταν το ΑΚΕΛ απαίτησε να τεθεί προς συζήτηση η πρόταση νόμου που κατέθεσε το 2023 μαζί με τους Οικολόγους. Η πρόταση αποσκοπεί στην αποκατάσταση του δικαιώματος των δανειοληπτών να προσφεύγουν στο δικαστήριο και να αναστέλλουν την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους σε περιπτώσεις παράνομων χρεώσεων και καταχρηστικών ρητρών από τις τράπεζες. Σημειώνεται ότι το ΑΚΕΛ έχει ήδη απευθύνει πρόσκληση στα υπόλοιπα κόμματα να «νικήσουν το λόμπι των τραπεζών», όπως ανέφεραν στελέχη του.

Παρότι δεν λήφθηκε απόφαση στην Επιτροπή Οικονομικών, άλλα κόμματα αναμένεται να θέσουν εκ νέου, αύριο, στο τραπέζι δεκάδες προτάσεις νόμου που εκκρεμούν στα συρτάρια της Βουλής και οι οποίες αφορούν μεταξύ άλλων τις εκποιήσεις. Παράλληλα, ο Δημοκρατικός Συναγερμός θα ζητήσει τη συζήτηση της πρότασης που κατέθεσε την περασμένη Πέμπτη για την προστασία των εγγυητών δανείων.

Η μετάλλαξη του ΔΗΣΥ

Τη βαρύτητα που αποδίδει ο ΔΗΣΥ στη συγκεκριμένη ρύθμιση κατέδειξε και η κοινή δημοσιογραφική συνέντευξη που παραχώρησαν την Παρασκευή ο βουλευτής του κόμματος Αβέρωφ Νεοφύτου και η πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου, παρουσιάζοντας αναλυτικά την πρόταση.

Σύμφωνα με τον ΔΗΣΥ, η ρύθμιση αυτή συνιστά εναλλακτική λύση τόσο στην αλλαγή του νομικού πλαισίου για τις εκποιήσεις όσο και στη φορολόγηση των τραπεζών. Ουσιαστικά, κατατίθεται ως αντιστάθμισμα, με αντάλλαγμα τη μη έγκριση των υπόλοιπων ρυθμίσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Συναγερμός έχει αρχίσει να μετρά τα κουκιά του, προκειμένου να διασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Μέχρι στιγμής, η πρόταση φέρεται να συγκεντρώνει τη στήριξη 25 βουλευτών, δηλαδή 17 από τον ΔΗΣΥ, δύο από την ΕΔΕΚ, τρεις από τη ΔΗΠΑ και των ανεξάρτητων βουλευτών Ανδρέα Θεμιστοκλέους, Κωστή Ευσταθίου και Αλεξάνδρας Ατταλίδου, οι οποίοι τη συνυπογράφουν.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει γίνει επίσημη προσέγγιση προς το ΔΗΚΟ, ο ΔΗΣΥ εκτιμά ότι, σε περίπτωση διαφωνίας της ηγεσίας του κόμματος με την πρόταση, τρεις με τέσσερις βουλευτές του ΔΗΚΟ, όπως οι Ζαχαρίας Κουλίας, Χρίστος Ορφανίδης και Παύλος Μυλωνάς, ενδέχεται να μην ακολουθήσουν την επίσημη κομματική γραμμή. Η μη προσέγγιση του ΔΗΚΟ, πάντως, εγείρει ερωτήματα, δεδομένης της αγαστής συνεργασίας που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των δύο κομμάτων το τελευταίο διάστημα.

Ο ΔΗΣΥ  είναι πεπεισμένος ότι θα εξασφαλίσει τη στήριξη των δύο βουλευτών των Οικολόγων. Μέσα από αυτή τη σύμπραξη όμορων πολιτικών δυνάμεων, εκτιμά ότι θα καταφέρει να απομονώσει το ΕΛΑΜ, του οποίου τα ποσοστά, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, καταγράφουν άνοδο.

Το επόμενο διάστημα θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο, τόσο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα όσο και για την οικονομία γενικότερα. Υπενθυμίζεται ότι για την πλειοψηφία των προτεινόμενων ρυθμίσεων έχουν ήδη εκφράσει τη διαφωνία τους το Υπουργείο Οικονομικών, η Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, επικαλούμενοι κίνδυνο αύξησης των προβλέψεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών.