Με μειωμένο αριθμό δόσεων και χωρίς τη διαγραφή των τόκων και των επιβαρύνσεων προωθείται από την Κυβέρνηση νέο σχέδιο για ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων εισφορών προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ), οι οποίες ανέρχονται σε περίπου  €210 εκατ.

Πρόκειται για το τρίτο σχέδιο που θα εφαρμόσει το κράτος, σε μια προσπάθεια να δώσει ανάσα στους εργοδότες, οι οποίοι είναι φορτωμένοι με χρέη προς το δημόσιο και κινδυνεύουν να οδηγηθούν στα δικαστήρια.

Τα προηγούμενα σχέδια εφαρμόστηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 2013 και της πανδημίας του κορωνοϊού. Στο πλαίσιο της συνέντευξής του στον «Φ» ο υπουργός Εργασίας Μαρίνος Μουσιούτας (διαβάστε την εδώ) αποκαλύπτει τους νέους σχεδιασμούς, οι οποίοι θα τεθούν σε εφαρμογή τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με τον υπουργό, αφού ολοκληρωθεί ο διάλογος στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα και στο Συμβούλιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα κατατεθεί στη Βουλή με στόχο την έγκριση του πριν από την αυτοδιάλυση του Κοινοβουλίου τον Απρίλιο, για τις βουλευτικές εκλογές.

«Το νέο σχέδιο θα είναι παρόμοιο με τα προηγούμενα. Θα προβλέπονται δόσεις, όπως ίσχυε και στο παρελθόν. Ο αριθμός των δόσεων ενδέχεται να είναι ελαφρώς μικρότερος σε σχέση με το προηγούμενο σχέδιο» σημείωσε.

Ερωτηθείς εάν το νέο σχέδιο θα δίνει την ευκαιρία για διαγραφή των επιβαρύνσεων, σημείωσε  πως «αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο διαφοροποίησης σε σχέση με τα δύο προηγούμενα σχέδια, τα οποία περιλάμβαναν τέτοιες πρόνοιες, καθώς τότε υπήρχε σε κάποιο βαθμό δικαιολογία λόγω της οικονομικής κρίσης. Σήμερα δεν μπορεί να γίνει επίκληση οικονομικής κρίσης, μπορεί όμως να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για έναν τρόπο διευκόλυνσης των εργοδότων και του επιχειρηματικού κόσμου στην αποπληρωμή των οφειλών τους».

Όπως είπε, τα προηγούμενα δύο σχέδια που εφαρμόστηκαν είχαν ποσοστό επιτυχίας γύρω στο 50%, καθώς τα χρήματα που εισέπραξε το κράτος ήταν στο μισό των συνολικών οφειλών. Αξίζει να σημειωθεί πως το πρώτο σχέδιο έχει ήδη ολοκληρωθεί ενώ το δεύτερο σχέδιο, στο οποίο συμμετέχουν ακόμα 500 οφειλέτες, ολοκληρώνεται τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Εργοδότηση από τρίτες χώρες

Σε σχέση με την στρατηγική εργοδότησης προσωπικού από τρίτες χώρες, η οποία είναι σε εφαρμογή τον τελευταίο χρόνο, είπε πως θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης με τους κοινωνικούς εταίρους.

«Σήμερα, οι ελλείψεις στην αγορά εργασίας είναι σημαντικές, ενώ η ανεργία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Υπάρχουν επαγγέλματα στα οποία δεν εντοπίζονται Κύπριοι ή Ευρωπαίοι εργαζόμενοι, είτε λόγω της φύσης της εργασίας -χειρωνακτική ή ιδιαίτερα απαιτητική- είτε λόγω άλλων παραγόντων» σημείωσε.

Παράλληλα, ο κ. Μουσιούτας τόνισε πως το υπουργείο προσπαθεί να διατηρήσει την ισορροπία μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, καθώς και μεταξύ εγχώριου και αλλοδαπού προσωπικού, με τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες.

«Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθεί μια κατάσταση κατά την οποία αλλοδαπός εργαζόμενος καταλαμβάνει θέση για την οποία υπάρχει διαθέσιμος Κύπριος ή Ευρωπαίος πολίτης στην Κύπρο» συμπλήρωσε.

Όπως εξήγησε, η πολιτική αξιολογείται, παραθέτοντας τις πρόνοιες που εξετάζονται. «Για παράδειγμα, ζητήματα που αφορούν ξένους αποφοίτους πανεπιστημίων στην Κύπρο. Σήμερα, όσοι ολοκληρώνουν μεταπτυχιακές σπουδές έχουν δικαίωμα εργασίας, ενώ όσοι ολοκληρώνουν προπτυχιακές δεν έχουν. Υπάρχει σκέψη να δοθεί αυτό το δικαίωμα και στους αποφοίτους προπτυχιακών προγραμμάτων» πρόσθεσε.

Ταυτόχρονα, είπε πως εξετάζεται το καθεστώς που αφορά φοιτητές οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το πρώτο εξάμηνο σπουδών, καθώς και ο χρονικός περιορισμός των τεσσάρων ετών. «Εάν δεν υπάρχει νομικό κώλυμα, ενδέχεται να επανεξεταστεί, ενδεχομένως με επέκταση της διάρκειας.Τα ζητήματα αυτά άπτονται και του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας. Υπάρχει κοινή γραμμή και συντονισμός, με στόχο τη διατήρηση ισορροπίας στην αγορά εργασίας» ανέφερε.

Σύνταξη χηρείας στους άνδρες

Απαντώντας εάν θα διορθωθεί η στρέβλωση  με τις συντάξεις χηρείας στους άνδρες σημείωσε πως «Είναι ένα από τα σημεία που θεωρούμε στρεβλώσεις και πρέπει να αξιολογηθεί. Να αναφέρω ότι, εάν αύριο εφαρμοστεί πλήρως για όλους, το κόστος ανέρχεται σε περίπου 40 εκατ. ευρώ επιπλέον, ετησίως» σημείωσε.