Ήρθαν και έδεσε ο χρόνος με τα γεγονότα και για πρώτη φορά τα επικείμενα stress tests των τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποκτούν ιδιαίτερη αξία, γιατί θα ξεδιπλώσουν τους κινδύνους αλλά και τις αντοχές των 110 συστημικών πιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρωζώνης -συμπεριλαμβάνονται οι ελληνικές συστημικές τράπεζες και η Τράπεζα Κύπρου- απέναντι στο γεωπολιτικό ρίσκο, το οποίο βιώνουμε τώρα με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Ο χρόνος τρέχει και βρισκόμαστε πολύ κοντά. H αρχική υποβολή των στοιχείων από τις τράπεζες θα γίνει στις 16 Μαρτίου 2026, θα υπάρξουν παρατηρήσεις τον Απρίλιο, ενώ η άσκηση θα λήξει τον Ιούλιο του 2026, όταν η EΚΤ θα ανακοινώσει τα αποτελέσματα της άσκησης.
Τα stress tests γίνονται σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή είναι φλεγόμενη, οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού μπλοκάρουν και η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου απειλεί με άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό, την ανάπτυξη και τη νομισματική πολιτική.
Ως γεωπολιτικό σοκ, η ΕΚΤ ορίζει το αρχικό σοκ που μπορεί να προκύψει από γεγονότα όπως συγκρούσεις, πόλεμοι, γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ κρατών, οικονομικές κυρώσεις και εμπορικοί πόλεμοι, ενεργειακές κρίσεις και κυβερνοεπιθέσεις μεγάλης κλίμακας. Οι Αρχές φέρνουν τον γεωπολιτικό κίνδυνο σε πρώτο πλάνο στις μετρήσεις της ανθεκτικότητας των τραπεζών και το κατά πόσο, για παράδειγμα, οι τράπεζες δανειοδοτούν επιχειρήσεις που έχουν παρουσία σε περιοχές ή σε κλάδους υψηλού κινδύνου που επηρεάζονται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η άσκηση θα αξιολογήσει τον βαθμό στον οποίο οι ικανότητες των τραπεζών για τη διενέργεια προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων λαμβάνουν υπόψη τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση θα στοχεύσει στην ενίσχυση των ικανοτήτων διαχείρισης κινδύνου των ίδιων των τραπεζών, ιδίως στις αντίστροφες προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, και στην ικανότητά τους να σχεδιάζουν σχετικά και συνετά σχέδια κεφαλαιακής επάρκειας και ανάκαμψης.
Αντίστροφη προσομοίωση
Η θεματική προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2026 θα λάβει τη μορφή αντίστροφης προσομοίωσης για τον γεωπολιτικό κίνδυνο, αναφέρει ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) στην ιστοσελίδα του. Με βάση το μοναδικό προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας, θα διερευνηθεί ποια γεωπολιτικά σοκ και κανάλια μετάδοσης θα μπορούσαν να επηρεάσουν σοβαρότερα την κερδοφορία και τη φερεγγυότητα της κάθε μίας τράπεζας.
Δηλαδή, η άσκηση θα λάβει εξατομικευμένα χαρακτηριστικά και δεν θα δοκιμάζονται όλες οι τράπεζες στις ίδιες επιδράσεις, όπως γινόταν μέχρι σήμερα. Τα αντίστροφα stress tests παρέχουν μια διαφορετική προοπτική από τα τυπικά stress tests φερεγγυότητας: αντί να αξιολογούν την απόδοση μιας τράπεζας σε ένα δεδομένο, κοινό σενάριο, ξεκινούν ρωτώντας τι είδους σοκ θα οδηγούσε σε σοβαρή μείωση κεφαλαίου μια μεμονωμένη τράπεζα.
Αυτό βοηθά στον εντοπισμό τρωτών σημείων που αφορούν συγκεκριμένες τράπεζες και αμφισβητεί τις υποθέσεις σχετικά με την έκθεση σε κινδύνους, παρέχοντας σημαντική συμβολή στον διάλογο μεταξύ τραπεζών και εποπτικών αρχών σχετικά με τον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης και τη διαχείριση κινδύνων.
Συγκεκριμένα, κάθε τράπεζα θα κληθεί να προσδιορίσει τα πιο σημαντικά γεγονότα γεωπολιτικού κινδύνου που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση τουλάχιστον 300 μονάδων βάσης στο κεφάλαιο κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1). Εκτός από την αναφορά σχετικά με το πώς το σενάριο γεωπολιτικού κινδύνου θα επηρέαζε τις θέσεις φερεγγυότητάς τους, οι τράπεζες θα κληθούν επίσης να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με το πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει τη ρευστότητα και τις συνθήκες χρηματοδότησής τους. Επιπλέον, θα τους ζητηθεί να περιγράψουν πώς θα ενεργήσουν για να μειώσουν αυτόν τον αντίκτυπο, εάν είναι απαραίτητο, με σκοπό να διασφαλίσουν ότι διαθέτουν ισχυρά πλαίσια διακυβέρνησης και λειτουργικής ανθεκτικότητας.
Δεν υπάρχει κοινό σενάριο
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο αυτών των τεστ είναι ότι γίνεται βάσει ενός δείκτη γεωπολιτικών κινδύνων (GPR), που είναι ένας δείκτης δημοσιευμάτων με γεωπολιτικά νέα. Από την άλλη πλευρά, το τεστ έχει ουσία, υπό την έννοια ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος θα μπορούσε να είναι ο πλέον σοβαρός. Ο επόπτης έχει περιγράψει τις διαφορές του πανευρωπαϊκού στρες τεστ στο οποίο υποβλήθηκαν οι τράπεζες το 2025 και το οποίο περιλάμβανε και άσκηση γεωπολιτικού ρίσκου με την άσκηση προσομοίωσης που θα γίνει τώρα.
Τα γεωπολιτικά stress tests έρχονται λίγους μόλις μήνες μετά τα παραδοσιακά, που ολοκληρώθηκαν το 2025, αλλά η διαφορά τους είναι ότι πρόκειται για ένα ειδικό θεματικό stress test, όπου δεν υπάρχει κοινό σενάριο που εφαρμόζεται σε όλες τις τράπεζες. Εκτός του ότι θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στον γεωπολιτικό κίνδυνο, θα αφορά ειδικότερα τους κινδύνους που διατρέχει κάθε τράπεζα ξεχωριστά με βάση το γεωγραφικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί και το διεθνές της αποτύπωμα.
Για τον λόγο αυτό, ονομάζεται reverse stress test, καθώς το κάθε πιστωτικό ίδρυμα καλείται να ορίσει το δικό του δυσμενές σενάριο.
Για πρώτη φορά οι ίδιες οι τράπεζες και όχι η ΕΚΤ θα πρέπει να περιγράψουν ποιο γεωπολιτικό σοκ θα μπορούσε να «χτυπήσει» τόσο πολύ τα χαρτοφυλάκιά τους ώστε να ρίξει τον δείκτη βασικών κεφαλαίων CET1 κατά 300 μονάδες βάσης. Στο πλαίσιο αυτό, καλούνται να προσδιορίσουν οι ίδιες ποιο είναι το γεγονός που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια γεωπολιτική ένταση και στη συνέχεια να υπολογίσουν την πιθανή πτώση του ΑΕΠ, την επίπτωση στην ανεργία και ενδεχομένως τις μεταβολές επιτοκίων κ.ά.
Αν και, όπως διαβεβαιώνει η ΕΚΤ, το γεωπολιτικό stress test δεν θα επιφέρει άμεσες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τα αποτελέσματά του θα τροφοδοτήσουν την εποπτική διαδικασία (SREP) και οι τράπεζες, εάν προκύψουν αδυναμίες, θα λάβουν τις αναγκαίες συστάσεις. Ουσιαστικά πρόκειται για προάγγελο πρόσθετων κεφαλαιακών δεσμεύσεων.
Διαφορές ευπάθειας μεταξύ των κρατών
Η συνολική μετάδοση του γεωπολιτικού σοκ οδηγεί σε πίεση στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού, ανάγκη για αυξημένες προβλέψεις, μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών, πιέσεις στα εποπτικά κεφάλαια, άνοδο του κόστους χρηματοδότησης και μείωση της συνολικής ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα.
Κοινή έκθεση της ΕΚΤ και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) καταγράφει ήδη τις διαφορές ευπάθειας μεταξύ χωρών.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε χαρακτηριστικό σοκ που εκτόξευσε τις τιμές φυσικού αερίου, τροφοδότησε έντονο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ το 2022-2023, ανάγκασε τις κεντρικές τράπεζες σε απότομες αυξήσεις επιτοκίων, οδήγησε σε αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης και πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Ο ΕΣΣΚ διαπιστώνει ότι χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, Oλλανδία, η Ελλάδα και η Αυστρία εμφάνισαν συνδυασμό μεγάλης πτώσης εμπιστοσύνης και απότομης αύξησης κόστους δανεισμού, με αποτέλεσμα ισχυρή συρρίκνωση της πίστωσης. Αντίθετα, Γερμανία, Γαλλία, Πορτογαλία, Σλοβενία και Σλοβακία είχαν ηπιότερες μεταβολές και μικρότερη πιστωτική συμπίεση, ενώ Ισπανία, Μάλτα, Λετονία και Φινλανδία βρέθηκαν ενδιάμεσα.