Λύσεις χωρίς κόστος ψάχνει να βρει η Ευρώπη για φθηνή κατοικία, θέλοντας να αντιμετωπίσει την στεγαστική κρίση που ταλαιπωρεί κυρίως τους νέους, χωρίς όμως να δώσει χρήμα, ενώ βάζει πλαίσιο με περιορισμούς, με στόχο τα μέτρα που θα ληφθούν από τα κράτη να μην έχουν δημοσιονομικό αντίκτυπο.

Τα στοιχεία παρουσιάζονται σε 11σέλιδο έγγραφο της Κομισιόν προς το Eurogroup, με τίτλο «Housing in the EU: Macroeconomic, Affordability, and Structural Aspects Note to the attention of the Eurogroup», το οποίο συζητήθηκε στη Λευκωσία στη συνεδρίαση των Υπουργών Οικονομικών της Ευρώπης στις 22 Μαϊου.

Ουσιαστικά, το πολιτικό αφήγημα της Ευρώπης που προωθείται εδώ και ένα χρόνο, για χαμηλότερα ενοίκια ή χαμηλότερο κόστος για αγορά κατοικίας, θέματα που ταλαιπωρούν τους πολίτες μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, αποδεικνύεται ότι δεν έχει και μεγάλο αντίκρισμα στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.

Το έγγραφο της Κομισιόν προς το Eurogroup, που παρουσιάζει ο Φιλελεύθερος, αποτυπώνει την κατάσταση, αλλά και αναζητεί λύσεις που δεν περιλαμβάνουν χρήμα από τις Βρυξέλλες, αλλά επίσης λέει όχι σε επιδόματα στέγασης, φορολογικές ελαφρύνσεις ή επιδοτήσεις επιτοκίων για όσα κράτη προτίθενται να εφαρμόσουν.

Στο έγγραφο αναφέρεται ότι η προσιτότητα των κατοικιών έχει επιδεινωθεί σημαντικά, με ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των τιμών των κατοικιών, των νέων ενοικίων και των εισοδημάτων των νοικοκυριών. Επιπλέον, οι συνολικοί δείκτες συγκαλύπτουν σημαντικές ανισότητες μεταξύ των περιφερειών και των πληθυσμιακών ομάδων.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις, όπως η μειωμένη εγχώρια κατανάλωση, η χαμηλότερη κινητικότητα και παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού, και οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στις δημογραφικές τάσεις, τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Οι ερωτήσεις προς συζήτηση σύμφωνα με το έγγραφο είναι:

• Συμφωνείτε ότι η αντιμετώπιση των παραγόντων της προσφοράς, είναι το κλειδί για την αντιμετώπιση των πιέσεων που σχετίζονται με την προσιτή τιμή σε σύγκριση με τους παράγοντες της ζήτησης;

• Ποιοι είναι οι κύριοι περιορισμοί στη δημιουργία πρόσθετης προσφοράς προσιτής στέγασης κατά την άποψή σας; Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα αυτά τα εμπόδια και ποια μέτρα πολιτικής πιστεύετε ότι είναι πιο αποτελεσματικά;

• Πώς μπορούν να εξισορροπηθούν καλύτερα η βιωσιμότητα, η ποιότητα και η προσιτή τιμή στον σχεδιασμό και την εφαρμογή εθνικών, περιφερειακών και τοπικών μέτρων στεγαστικής πολιτικής;

• Πώς μπορούν οι στεγαστικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των επιδοτήσεων ή των δημόσιων επενδύσεων, να σχεδιαστούν για να βελτιώσουν την προσιτή τιμή, παραμένοντας παράλληλα δημοσιονομικά βιώσιμες και αποφεύγοντας στρεβλωτικές επιπτώσεις;

Κίνδυνος αύξησης τιμών

Η ζήτηση κατοικιών, αναφέρεται στο έγγραφο, συνεχίζει να διαμορφώνεται από τις εξελίξεις του εισοδήματος, τις δημογραφικές τάσεις, τον συσσωρευμένο πλούτο και τις συνθήκες χρηματοδότησης, παράλληλα με εξελισσόμενους παράγοντες όπως οι βραχυπρόθεσμες μισθώσεις και η αυξημένη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών. Από την πλευρά της προσφοράς, η κατασκευή κατοικιών εξακολουθεί να περιορίζεται από διαρθρωτικά εμπόδια, συμπεριλαμβανομένων των κανονιστικών και αδειοδοτικών πλαισίων, της περιορισμένης διαθεσιμότητας γης και  των ελλείψεων εργατικού δυναμικού.

Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, αναφέρεται στο έγγραφο, απαιτεί ισχυρή εστίαση στην επέκταση της προσφοράς κατοικιών και στην αποφυγή της υπερβολικής τόνωσης της ζήτησης. Η κοινωνική στέγαση μπορεί να διαδραματίσει συμπληρωματικό ρόλο στην υποστήριξη των ευάλωτων ομάδων.

Αντίθετα, σημειώνουν οι τεχνοκράτες της Κομισιόν, τα μέτρα από την πλευρά της ζήτησης -όπως οι επιδοτήσεις ή οι φορολογικές ελαφρύνσεις- κινδυνεύουν να τροφοδοτήσουν αυξήσεις τιμών όταν υπάρχουν περιορισμοί στην προσφορά. Και αυτό γιατί «μπορεί προσωρινά να αυξήσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και να υποστηρίξουν μια αδύναμη αγορά κατοικίας, ωστόσο, όταν η προσφορά περιορίζεται από κανονισμούς χρήσης γης, επιτρέποντας σημεία συμφόρησης ή περιορισμένη κατασκευαστική ικανότητα, αυτά τα μέτρα τείνουν να τροφοδοτούν υψηλότερες τιμές αντί να βελτιώνουν την προσιτή τιμή».

Ναι μεν, αλλά..

Με λίγα λόγια, να δούμε πως η Ευρώπη αντιμετωπίζει την στεγαστική κρίση:

Πρώτον, δεν δίνει χρήμα και πέρα από το προφανές κοινωνικό ζήτημα που προκαλεί η κρίση στην αγορά κατοικίας -που εντείνεται σε ορισμένα κράτη- βάζει στο τραπέζι τους δυνητικούς μακροοικονομικούς κινδύνους.

Δεύτερον, λέει όχι σε πλαφόν στα ενοίκια αφού «προσφέρουν βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αλλά μειώνουν τις πιθανές αποδόσεις για τους ιδιοκτήτες ακινήτων και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις σε ενοικιαζόμενες κατοικίες, μειώνοντας τα κίνητρα για την κυκλοφορία ακινήτων στην αγορά». Δημιουργούν επίσης και αγορά δυο ταχυτήτων στην οποία οι παλαιοί ενοικιαστές επωφελούνται από ρυθμιζόμενα ενοίκια, ενώ οι νέοι αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερες τιμές αγοράς και μειωμένη διαθεσιμότητα. Στο έγγραφο σημειώνεται ότι η εξισορρόπηση της προστασίας των ενοικιαστών και των επενδυτικών κινήτρων αποτελεί μια ακόμη βασική πρόκληση πολιτικής.

Στο έγγραφο αναφέρεται ότι μέτρα που ενισχύουν την ασφάλεια των ενοικιαστών -όπως η ρύθμιση των ενοικίων, οι μεγαλύτερες διάρκειες μίσθωσης ή η ισχυρότερη προστασία από έξωση- μπορούν να βελτιώσουν τη σταθερότητα της στέγασης και να προστατεύσουν τα ευάλωτα νοικοκυριά. Ωστόσο, εάν οριστούν πολύ περιοριστικά μέτρα, ενδέχεται να μειώσουν τις αναμενόμενες αποδόσεις για τους ιδιοκτήτες, να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και να περιορίσουν τη συμμετοχή στην αγορά ενοικίασης, μειώνοντας τελικά τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των ενοικιαζόμενων κατοικιών.

Οι μακροπροληπτικές πολιτικές, αναφέρει η Κομισιόν, πρέπει να εξισορροπεί τη σταθερότητα με την πρόσβαση στη στέγαση. Τα μακροπροληπτικά μέτρα έχουν βοηθήσει στον περιορισμό της υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης που τροφοδότησε την άνθηση της στέγασης πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

«Ενώ αυτοί οι κανόνες υποστηρίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, μπορούν επίσης να περιορίσουν την πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια για ορισμένες κατηγορίες νοικοκυριών», σημειώνεται. Στο έγγραφο αναφέρεται, ότι η αύξηση των επιτοκίων στα στεγαστικά δάνεια, ως άμεση συνέπεια της αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής, μείωσε τον όγκο των συναλλαγών και μετριάστηκε η ανατίμηση των τιμών στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ.

Σε αρκετές προηγουμένως υπερθερμασμένες αγορές, κυρίως στο Λουξεμβούργο, τη Σουηδία και την Ολλανδία, αυτή η προσαρμογή πυροδότησε ακόμη και άμεσες μειώσεις το 2022-2023. Η Κομισιόν αναφέρει ότι μέχρι το 2024, ενώ ορισμένες αγορές συνέχισαν να βλέπουν μέτριες μειώσεις, οι τιμές άρχισαν να ανακάμπτουν στα περισσότερα κράτη μέλη, καθώς οι επίμονοι περιορισμοί στην προσφορά συνέπεσαν με την αναζωπύρωση της ζήτησης, υποστηριζόμενες από τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης. Η ανάκαμψη έκτοτε έχει αποκτήσει δυναμική, με εννέα χώρες (Βουλγαρία, Τσεχία, Ισπανία, Κροατία, Ουγγαρία, Λιθουανία, Λετονία, Πορτογαλία και Σλοβακία) να καταγράφουν διψήφια ετήσια αύξηση τιμών το 2025.

Χαλάρωση στους κανόνες κρατικών ενισχύσεων

Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, στο πλαίσιο του πακέτου στέγασης, η Επιτροπή πρότεινε  μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την κατασκευή στέγης και αναθεωρημένους κανόνες κρατικών ενισχύσεων για τη στέγαση.

Η στρατηγική για την κατασκευή κατοικιών στοχεύει στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της καινοτομίας στον κατασκευαστικό τομέα, στη μείωση των σημείων συμφόρησης στην έκδοση αδειών και ανακαινίσεων και στην προώθηση οικονομικά αποδοτικών, βιώσιμων τεχνικών στέγασης. Οι αναθεωρημένοι κανόνες κρατικών ενισχύσεων εφαρμόζονται για να διευκολύνουν την υποστήριξη των κρατών μελών για κοινωνική και προσιτή στέγαση χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση ή άδεια.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, πρόεδρος του Eurogroup, μετά το τέλος της συνεδρίασης ανέφερε ότι η ευρωομάδα αντάλλαξε απόψεις σχετικά με τις κύριες οικονομικές προκλήσεις και τις επιλογές πολιτικής σε σχέση με την οικονομικά προσιτή στέγαση.

«Το γεγονός ότι ζητήματα όπως η στέγαση βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της ατζέντας του Eurogroup δείχνει ότι η ευρωπαϊκή χάραξη πολιτικής δεν περιορίζεται σε οικονομικά μεγέθη. Η πραγματική της δύναμη έγκειται στην ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις πραγματικές πιέσεις και ανάγκες που βιώνουν οι πολίτες».