Οι κυπριακές τράπεζες συνεχίζουν να ενισχύουν τη θωράκισή τους απέναντι στον πιστωτικό κίνδυνο, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα οποία καταγράφουν σημαντική αύξηση του δείκτη κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων με προβλέψεις.

Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες, από το 2013 και μετά, εφαρμόζουν αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια και άρα μειώνεται ο κίνδυνος να σχηματιστεί εκ νέου μεγάλο χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων δανείων εν τούτοις, ενισχύουν τα αποθέματα  ασφαλείας με προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις.

Ειδικότερα, ο δείκτης «Provisions to NPLs» διαμορφώνεται στο 77,5% το 2025, από 64,2% το 2024, γεγονός που σημαίνει ότι για κάθε €100 μη εξυπηρετούμενων δανείων οι τράπεζες έχουν σχηματίσει λογιστικές προβλέψεις ύψους €77,5 για την κάλυψη πιθανών ζημιών. Αυτό σημαίνει, ότι η αύξηση του δείκτη κάλυψης στο 77,5% θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των δυνητικών ζημιών από τα εναπομείναντα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχει ήδη αναγνωριστεί λογιστικά, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα απέναντι σε ενδεχόμενες οικονομικές αναταράξεις.

Σύμφωνα με τον πίνακα του ΔΝΤ, ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως ποσοστό του συνόλου των ακαθάριστων δανείων υποχωρεί από 6,2% το 2024 σε μόλις 3,2% το 2025. Η πορεία αυτή αποτελεί συνέχεια της θεαματικής αποκλιμάκωσης που έχει καταγραφεί την τελευταία δεκαετία, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 46,4% το 2016. Παράλληλα, το ΔΝΤ καταγράφει περαιτέρω ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου (Total Capital Ratio) αυξάνεται στο 29,5% το 2025, από 28,2% το 2024, ενώ ο δείκτης κεφαλαίου πρώτης διαβάθμισης (Tier I Capital Ratio) διαμορφώνεται στο 27,4%. Τα στοιχεία σκιαγραφούν μια σημαντικά βελτιωμένη εικόνα για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, με τη συνεχή μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, την ενίσχυση των κεφαλαίων και την αύξηση των προβλέψεων να περιορίζουν την έκθεση των τραπεζών σε μελλοντικούς πιστωτικούς κινδύνους.

Στον τομέα της κερδοφορίας, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (Return on Equity – ROE), παρότι υποχωρεί από το εξαιρετικά υψηλό 19,7% το 2024 στο 11,6% το 2025, παραμένει σε διψήφιο επίπεδο, ένδειξη ότι οι τράπεζες εξακολουθούν να παράγουν ισχυρά κέρδη. Αντίστοιχα, η απόδοση ενεργητικού (Return on Assets – ROA) διαμορφώνεται στο 1,4%, έναντι 1,8% το προηγούμενο έτος.

Η ήπια επιβράδυνση της κερδοφορίας συνδέεται κυρίως με την αναμενόμενη αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin) μειώνεται στο 2,4% από 3,2% το 2024, ενώ το καθαρό επιτοκιακό εισόδημα εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων, αντιπροσωπεύοντας το 78,5% του συνολικού εισοδήματος. Παράλληλα, τα έσοδα από προμήθειες και δικαιώματα αυξάνουν τη συμμετοχή τους στο συνολικό εισόδημα, φθάνοντας το 16,1%, έναντι 14,3% το 2024, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων.

Η ρευστότητα

Ισχυρή παραμένει και η εικόνα της ρευστότητας. Τα ταμειακά διαθέσιμα, τα εμπορεύσιμα στοιχεία ενεργητικού και οι διαθέσιμοι προς πώληση τίτλοι αντιστοιχούν στο 29,5% του συνολικού ενεργητικού. Αν και το ποσοστό είναι χαμηλότερο από το 31,6% του 2024, εξακολουθεί να υποδηλώνει σημαντικά αποθέματα ρευστότητας.

Παράλληλα, οι χορηγήσεις αντιστοιχούν στο 44,4% του συνολικού ενεργητικού, έναντι 42,4% το προηγούμενο έτος, ένδειξη σταδιακής ενίσχυσης της πιστωτικής δραστηριότητας. Οι καταθέσεις πελατών εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης των τραπεζών, καθώς αντιστοιχούν στο 81,6% του ενεργητικού, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή καταθετική βάση του συστήματος.

Ενώ τα στοιχεία δεν εμπνέουν ανησυχία, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Χριστόδουλος Πατσαλίδης, μιλώντας στην ετήσια συνέλευση των τραπεζών εξέφρασε την πρόθεση της Κεντρικής να εξετάσει την ενεργοποίηση του Αποθέματος Ασφαλείας για τον Συστημικό Κίνδυνο (Systemic Risk Buffer), στο πλαίσιο της περαιτέρω ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος. Υπενθύμισε επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη προχωρήσει σε ενίσχυση τόσο του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος όσο και των εισφορών στο Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλες αυτές οι παρεμβάσεις στηρίζονται στο γεγονός ότι η ανθεκτικότητα δεν οικοδομείται εν μέσω κρίσης αλλά κατά τις περιόδους ισχύος και κερδοφορίας του συστήματος.