Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η Κύπρος έχει διανύσει μια από τις μεγαλύτερες διαδρομές εξυγίανσης τραπεζικού συστήματος στην Ευρώπη. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που στα μέσα της δεκαετίας του 2010 πλησίαζαν σχεδόν το ήμισυ του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου και σε ορισμένα χαρτοφυλάκια το ξεπερνούσαν, έχουν πλέον περιοριστεί δραστικά, αλλά για πολλούς δανειολήπτες το κεφάλαιο αυτό συνεχίζεται.

Η αλλαγή συνδέεται με δραστική εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, υψηλότερες προβλέψεις, βελτιωμένη κερδοφορία, περισσότερο πειθαρχημένες πρακτικές χορήγησης πιστώσεων, αναδιαρθρώσεις, πωλήσεις χαρτοφυλακίων, ανταλλαγές χρέους με περιουσιακά στοιχεία, διαγραφές.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα εκτενούς ανάλυσης του Ξένιου Σωκράτους, με τίτλο «Η  άνοδος και η πτώση των ΜΕΔ στην Κύπρο: επιλύθηκαν, μεταφέρθηκαν ή μετασχηματίστηκαν;», η οποία δημοσιεύθηκε στο CBC Blog της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.

Ο δείκτης ΜΕΔ υποχώρησε από 38,6% τον Δεκέμβριο του 2014 σε 1,6% τον Δεκέμβριο του 2025. Την ίδια περίοδο, η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών αυξήθηκε από 14,2% σε 25,8%, ενώ η κάλυψη των ΜΕΔ από προβλέψεις ενισχύθηκε από 31,7% σε 62,1%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ένα τραπεζικό σύστημα πολύ ισχυρότερο από εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας. Όμως, δεν είναι ολόκληρη η εικόνα. Το προβληματικό χρέος δεν εξαφανίστηκε. Ένα σημαντικό μέρος μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικών ισολογισμών, στις εταιρείες εξαγοράς και διαχείρισης πιστώσεων, συνεχίζοντας να αφορά τους ίδιους τους δανειολήπτες, την οικονομία και την κοινωνία.

Κάθοδος μετά το ’17

Σύμφωνα με την ανάλυση που καταγράφεται στο άρθρο, η πτώση ήταν ιδιαίτερα έντονη μετά το 2017. Μέσα σε δύο χρόνια, από το 2017 έως το 2019, ο δείκτης μειώθηκε από 30,7% σε 17,9%, ενώ μέχρι το 2021 είχε υποχωρήσει στο 5,5%. Το 2025 έφθασε στο 1,6%, με την ποιότητα του ενεργητικού του κυπριακού τραπεζικού συστήματος να έχει πλέον ευθυγραμμιστεί με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

«Οι δείκτες ΜΕΔ είχαν υποχωρήσει σε επίπεδα που ελάχιστοι θα τολμούσαν να προβλέψουν αμέσως μετά την κρίση. Η κάλυψη μέσω προβλέψεων είχε ενισχυθεί σημαντικά. Οι κεφαλαιακοί δείκτες συγκαταλέγονταν μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Η ρευστότητα ήταν ισχυρή. Η κερδοφορία είχε επιστρέψει. Η στρόφιγγα του δανεισμού στην πραγματική οικονομία είχε ανοίξει. Αυτή, όμως, δεν είναι μια ιστορία με παραμυθένιο τέλος. Το προβληματικό χρέος δεν εξαφανίστηκε στο σύνολό του. Ένα μέρος του επιλύθηκε μέσω αναδιαρθρώσεων, αποπληρωμών, ανταλλαγών χρέους με περιουσιακά στοιχεία ή διαγραφών. Ένα άλλο, και ιδιαίτερα σημαντικό, μέρος εκείνου που εξαφανίστηκε από τους ισολογισμούς των τραπεζών έκανε κάτι διαφορετικό. Μετακινήθηκε», αναφέρει το άρθρο.

Μετά την κρίση οι τράπεζες σημειώνεται έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στην ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους, στους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης, στα όρια δανείου προς αξία εξασφάλισης και στις ταμειακές ροές. Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ότι τα ποσοστά αθέτησης των νέων δανείων παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα.

Ως συμπέρασμα, το άρθρο καταλήγει ότι η προσπάθεια ήταν επίπονη, αλλά απέδωσε καρπούς. Το τραπεζικό σκέλος του προβλήματος έχει, σε μεγάλο βαθμό, αντιμετωπιστεί. Το ευρύτερο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, ωστόσο, εξακολουθεί να υφίσταται. Συνεπώς σημειώνεται, «το επόμενο κεφάλαιο αυτής της διαδρομής υπερβαίνει πλέον την αμιγώς τραπεζική διάσταση. Αφορά κάτι πιο σύνθετο και λιγότερο ξεκάθαρο.

»Αφορά την αποτελεσματική και δίκαιη διαχείριση του εκκρεμούς ιδιωτικού χρέους. Αφορά τη διατήρηση μιας υγιούς κουλτούρας αποπληρωμής προς όφελος του συνόλου της οικονομίας. Αφορά την προστασία των βιώσιμων δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν πραγματικές οικονομικές δυσκολίες, χωρίς ταυτόχρονα να επιβραβεύονται όσοι επέλεξαν στρατηγικά να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Πάνω απ’ όλα όμως, αφορά τη διασφάλιση ότι, καθώς οι μνήμες της κρίσης σταδιακά εξασθενούν, δεν θα επανεμφανιστούν αθόρυβα οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές που συνέβαλαν στη δημιουργία της».