Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΝέα στοιχεία που δημοσίευσε αυτή την εβδομάδα η Εθνική Τράπεζα του Βελγίου (NBB) δείχνουν ότι το πλουσιότερο 10% των βελγικών νοικοκυριών κατείχε το 54,4% του συνολικού πλούτου των νοικοκυριών κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αντίθετα, το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών μοιραζόταν μόλις το 7,7%.
Σύμφωνα με την NBB, ο καθαρός πλούτος των βελγικών νοικοκυριών ανερχόταν στις αρχές του έτους σε περίπου 3,1 τρισ. ευρώ. Το ποσό περιλαμβάνει ακίνητα, αποταμιεύσεις και επενδύσεις, αφαιρουμένων των στεγαστικών και λοιπών δανείων και χρεών.
Το «εισιτήριο» των 1,16 εκατ. ευρώ
Το όριο για να ενταχθεί ένα νοικοκυριό στο πλουσιότερο 10% του Βελγίου είναι σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο πλούτο ενός βελγικού νοικοκυριού, που ανέρχεται σε 610.000 ευρώ. Ωστόσο, οι μέσοι όροι μπορούν να παραπλανήσουν, καθώς ένας σχετικά μικρός αριθμός ιδιαίτερα εύπορων νοικοκυριών ανεβάζει σημαντικά το συνολικό μέγεθος.
Το νοικοκυριό που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της κατανομής του πλούτου -η διάμεσος- διαθέτει περίπου 287.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό χρειάζεται περίπου τέσσερις φορές τον πλούτο του διάμεσου νοικοκυριού για να εισέλθει στο πλουσιότερο 10%.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν συγκρίνουμε τον μέσο πλούτο μεταξύ των διαφορετικών τμημάτων της κοινωνίας.
Ένα νοικοκυριό που ανήκει στο πλουσιότερο 10% διαθέτει κατά μέσο όρο περίπου 3,3 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με την NBB. Στο φτωχότερο 50%, ο αντίστοιχος μέσος όρος ανέρχεται σε περίπου 94.000 ευρώ. Με άλλα λόγια, για κάθε 1 ευρώ πλούτου που διαθέτει ένα νοικοκυριό στο φτωχότερο μισό, ένα νοικοκυριό στο πλουσιότερο 10% διαθέτει περίπου 35 ευρώ.
Έχασαν έδαφος
Τα τελευταία στοιχεία καταγράφουν επίσης μια μικρή μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο πλούτος στο Βέλγιο.
Το μερίδιο του πλουσιότερου 10% μειώθηκε από περίπου 55,5% σε 54,4%. Ωστόσο, μειώθηκε και το μερίδιο του φτωχότερου μισού, από 8,2% σε 7,7%. Ο βασικός κερδισμένος ήταν το μεσαίο 40% των νοικοκυριών, εκείνα που δεν ανήκουν ούτε στο φτωχότερο 50% ούτε στο πλουσιότερο 10%. Το μερίδιό τους αυξήθηκε από περίπου 36% σε 38%.
Το αποτέλεσμα ήταν μια μικρή αύξηση της συνολικής ανισότητας στον πλούτο, καθώς τα φτωχότερα νοικοκυριά έχασαν έδαφος, παρά τη μείωση του μεριδίου του πλουσιότερου τμήματος.
Τι γίνεται στην Ευρωζώνη
Παρά την υψηλή συγκέντρωση πλούτου στα χέρια των πλουσιότερων νοικοκυριών, το βελγικό ποσοστό παραμένει χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος ανέρχεται σε 73,1, σύμφωνα με τα στοιχεία της NBB.
Η εικόνα είναι παρόμοια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τους Λογαριασμούς Κατανομής Πλούτου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατείχε το 57,3% του συνολικού καθαρού πλούτου στα τέλη του 2024. Αντίθετα, το φτωχότερο 50% κατείχε περίπου 5%.
Η ΕΚΤ αναφέρει ότι η ανισότητα στον πλούτο έχει παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερή τα τελευταία χρόνια, αν και το χαμηλότερο μισό της κατανομής έχει καταγράψει ταχύτερη αύξηση του καθαρού πλούτου από περίπου το 2015.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν επίσης ότι ο καθαρός πλούτος των νοικοκυριών στην Ευρώπη συνέχισε να αυξάνεται το πρώτο τρίμηνο του 2026, κατά 3,9% σε ετήσια βάση, ενώ ο πλούτος που συνδέεται με την κατοικία -το μεγαλύτερο μέρος των μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών- αυξήθηκε κατά 3,3%.
Τα στοιχεία κατανομής πλούτου της ΕΚΤ έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποτυπώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο οι μεταβολές στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, η αποταμίευση και το χρέος επηρεάζουν τα νοικοκυριά σε διαφορετικά σημεία της κατανομής του πλούτου.
Για τα νοικοκυριά που δεν διαθέτουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, η ανισότητα του πλούτου δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν ισολογισμό, αλλά ένας περιορισμός που επηρεάζει την καθημερινή ζωή. Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι το φτωχότερο 50% διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του σε κατοικίες και τραπεζικές καταθέσεις, ενώ τα πλουσιότερα νοικοκυριά έχουν πολύ μεγαλύτερη έκθεση σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, επιχειρηματικό πλούτο και επενδύσεις.
Αυτό έχει σημασία όταν αυξάνονται τα επιτόκια ή μεταβάλλονται οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων: τα λιγότερο εύπορα νοικοκυριά είναι περισσότερο εκτεθειμένα στο κόστος στέγασης και το χρέος, ενώ τα πλουσιότερα διαθέτουν πιο διαφοροποιημένα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν πλούτο.
Η ΕΚΤ έχει επίσης διαπιστώσει ότι τα φτωχότερα νοικοκυριά είναι πιθανότερο να θεωρούν τις συνθήκες στην αγορά εργασίας και το κόστος αποταμίευσης και δανεισμού ως παράγοντες που ενισχύουν την ανισότητα, ενώ τα πλουσιότερα νοικοκυριά αναφέρονται συχνότερα στην πρόσβαση στη χρηματοδότηση και στις επενδυτικές ευκαιρίες.
Xάσμα πλούτου βαθύτερο από το εισοδηματικό χάσμα
Παρά τη συζήτηση για τη σχετικά πιο ισόρροπη κατανομή του εισοδήματος στο Βέλγιο, τα στοιχεία για τον πλούτο σκιαγραφούν μια διαφορετική εικόνα. Ένα μικρό ποσοστό των νοικοκυριών ελέγχει περισσότερο από το ήμισυ του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι διαθέτουν πολύ μικρότερο οικονομικό περιθώριο για να αντιμετωπίσουν την αύξηση του κόστους ζωής ή να δημιουργήσουν δικά τους περιουσιακά στοιχεία.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η εικόνα είναι παρόμοια: ο πλούτος παραμένει συγκεντρωμένος στην κορυφή, με το χάσμα να διαμορφώνεται όχι μόνο από το ύψος των εισοδημάτων, αλλά και από το ποιος κατέχει ακίνητα, επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία.