To Top
20:10 Πέμπτη
2 Απριλίου 2020
philenews insider
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Capital.gr
ΜΑΖΙ ΜΕ
Forbes
insider banner
Επόμενο
Προηγούμενο
Σιτσουάν: Η καιόμενη βάτος της ανάπτυξης
ΑΡΧΙΚΗINSIDERΚΥΠΡΟΣ • Σιτσουάν: Η καιόμενη βάτος της ανάπτυξης
Τελευταία Ενημέρωση: 24 Νοεμβρίου 2019, 8:47 πμ

Όταν κάποιος σκέφτεται την Κίνα, οι συνειρμοί που κάνει αφορούν την απόσταση που έχει από τη δύση, τη διαφορετικότητα του πολιτισμού και πως πρόκειται για μια χώρα που, αν και βρίσκεται στο προσκήνιο της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, είναι αντιμέτωπη με φτώχεια και την ατμοσφαιρική μόλυνση. 

Η χώρα διαθέτει μια τεράστια έκταση, ωστόσο δείχνει αρκετά συγκροτημένη και συγκεντρωμένη στον στόχο της, που δεν είναι άλλος από την οικονομική ανάπτυξη. Για το λόγο αυτό, οι επαρχίες και το κράτος προχωρούν σε μεγάλα επιχειρηματικά ανοίγματα, προσκαλώντας παγκόσμιους κολοσσούς να δημιουργήσουν εκεί τις βάσεις τους – με τους δεύτερους να αποδέχονται και να επενδύουν τεράστια ποσά.

Παίρνοντας ως παράδειγμα μια και μόνο επαρχία μπορούμε να αντιληφθούμε τα τεράστια μεγέθη αυτής της χώρας και πόσο ισχυρή –αλλά και αδύναμη– είναι εσωτερικά και εξωτερικά. Κατά την επίσκεψη Κύπριων δημοσιογράφων στην επαρχία Σιτσουάν και πιο συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα της, το Τσενγκντού, έγιναν αντιληπτά αυτά τα χαρακτηριστικά. 

Η επαρχία  βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της χώρας και κάπως κεντρικά, ενώ αποτελεί από τα βασικότερα οικονομικά κέντρα της Δυτικής Κίνας. Διαθέτει ένα εγγεγραμμένο πληθυσμό 91,2 εκατ. και 83,4 εκατ. κατοίκους, και χωρίζεται σε 21 δήμους και 183 συνοικίες, σύμφωνα με στοιχεία του 2018. 

Η Σιτσουάν κατέγραψε επαρχιακό ΑΕΠ ύψους 4067,8 δις γουάν (523,3 δισ. ευρώ περίπου) το 2018, κατατάσσοντάς την στην 6η θέση ανάμεσα στις επαρχίες της Κίνας. Κατά το πρώτο μισό του 2019, το ΑΕΠ έφτασε τα 2051,7 δισ. γουάν (263,9 δισ. ευρώ περίπου), το οποίο μεταφράζεται σε αύξηση 7,9% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά και βρίσκεται κατά 1,6% πιο ψηλά από τον εθνικό μέσο όρο. 


Ηλεκτρική υπερδύναμη

Την ώρα που η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι αισθητή στην πρώτη αναπνοή στο Τσενγκτού, η επαρχία έχει μετεξελιχθεί σε μια υπερδύναμη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω συνδυασμού πηγών ενέργειας, κυρίως ανανεώσιμων. Σε σημείο μάλιστα που δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στο εξωτερικό με τεράστιες εξαγωγές εξοπλισμού, ενώ παρέχει τεχνογνωσία στις χώρες που αναζητούν εναλλακτικές λύσεις και θέλουν να απεξαρτηθούν από τα ορυκτά καύσιμα. 

Η επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της κρατικής εταιρείας παραγωγής ενέργειας Dongfang Electric Corporation (DEC Group), αποκάλυψε το μέγεθος. Ιδρυθείσα το 1958 κατάφερε σήμερα να πρωταγωνιστεί στην ανάπτυξη υψηλής απόδοσης καθαρής ενέργειας και να κυριαρχεί σε θέματα κατασκευής εξοπλισμού για παραγωγή ενέργειας μέσω θερμότητας, νερού, αερίου, ανέμων, ήλιου και πυρηνικής ενέργειας. Αυτήν τη στιγμή, η DEC Group μπορεί να παράγει μαζικά μονάδες πυρηνικής ενέργειας δυναμικότητας 1000MW-1750MW, μονάδες θερμικής ενέργειας και μονάδες υδροενέργειας 1000MW, εξοπλισμό παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, έξυπνα ρομπότ, εξοπλισμό προστασίας του περιβάλλοντος μεγάλης κλίμακας, συσκευές αποθήκευσης ηλεκτρισμού και άλλα πολλά. 

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από την DEC Group δεν είναι τα τεράστια μεγέθη της – όπως τα 32 δισ. γουάν περίπου (πάνω από 4 δισ. ευρώ) σε έσοδα το 2018 και ότι εργοδοτεί πάνω από 28,000 άτομα -  αλλά ότι έχει μετεξελιχθεί από μια εταιρεία διαχείρισης ηλεκτρισμού σε παγκόσμια εταιρεία εξαγωγών ενέργειας και εξοπλισμού σε πάνω από 70 χώρες. Σήμερα, έχει το 33% της αγοράς στην Κίνα και έχει τη δυνατότητα να καλύψει τις ενεργειακές ανάγκες παγκοσμίως για τουλάχιστον μια δεκαετία.


Κι από τις στάχτες αναγεννιέται 
Η Κίνα έχει αποδείξει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει πολλάκις από καταστροφές και πολέμους. Ένα παράδειγμα είναι και ο καταστροφικός σεισμός του 2008 με επίκεντρο την πόλη Yingxiu. Ο σεισμός των 8 ρίχτερ κατέστρεψε μέσα σε τέσσερα λεπτά το 80% της πόλης. Θύματα του, οι 6.500 από τους περίπου 12.000 κατοίκους. Οι κρατικοί αξιωματούχοι μας ξενάγησαν στην πόλη, και το μόνο που έχει απομείνει να θυμίζει την καταστροφή είναι το σχολείο το οποίο είχε καταρρεύσει  τότε, ενώ ολόκληρη η πόλη έχει ανακατασκευαστεί.

Αυτό έγινε μετά από επιστημονική αξιολόγηση και με έναν προϋπολογισμό ύψους 1.353 δισ. γουάν (175 δισ. εκατ. ευρώ περίπου) και 55 projects ανοικοδόμησης. Μεταξύ των projects, τα 19 αφορούσαν την οικονομική επιδότηση των κατοίκων για τη μετεγκατάσταση τους, την κάλυψη των βασικών αναγκών, παροχή νερού και τη δημιουργία δρόμων. Δύο χρόνια μετά, η πόλη επανήλθε στην κανονικότητα της και με υποδομές που αντέχουν σεισμούς 9 ρίχτερ, με την τοπική κοινωνία σήμερα να διαπρέπει και να αναπτύσσεται. Αυτό το οικονομικό θαύμα, αποτελεί case study παγκοσμίως όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη μετά από φυσικές καταστροφές. 


Το νερό είναι πικρό…
Μείζον πρόβλημα για τη χώρα γενικότερα είναι το καθαρό πόσιμο νερό και η ατμοσφαιρική ρύπανση. Η Κίνα έχει ψηλά τρεις στόχους: την οικονομική ανάπτυξη, την καταπολέμηση της φτώχειας και το περιβάλλον. 


Η βιομηχανική ανάπτυξη και ο τεράστιος πληθυσμός στην επαρχία Σιτσουάν έχουν κοστίσει τον καθαρό αέρα των πόλεων με αποτέλεσμα ένα γκρίζο νέφος να «πνίγει» κάθε δρόμο. Για την επίλυση του προβλήματος, η χώρα έχει στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση υλικών, και στην επιβολή αυστηρών ποινών στις βιομηχανίες. Για να καθαρίσει πλήρως η ατμόσφαιρα, χρειάζεται αρκετή δουλειά ακόμη. Σημειώνεται ότι η Κίνα έχει εναρμονιστεί πλήρως με τους στόχους των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον. 


Επίσης, τα προβλήματα για παροχή καθαρού νερού λόγω προβληματικών εγκαταστάσεων είναι υπαρκτά. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει άλματα προόδου σε αυτό τον τομέα. Ένα παράδειγμα είναι το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων, από το οποίο περνούν πάνω από 1 εκατ. τόνοι νερό την ημέρα για να καταλήξουν στις βιομηχανίες και τις αγροτικές περιοχές, εξοικονομώντας σημαντικούς πόρους. 
Τα επίπεδα φτώχειας έχουν δει επίσης σημαντική βελτίωση στην επαρχία. Χαρακτηριστικά, κατά το 1984 είχαν καταγραφεί πάνω από 20 εκατ. κάτοικοι να βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Το 2013 ο αριθμός μειώθηκε στα 6 εκατ. και από τότε ακολουθεί πτωτική τάση. Για το 2019, αναμένεται ο αριθμός αυτός να μειωθεί περαιτέρω κατά 1 εκατομμύριο. 


Βλέπει το μέλλον
Η Κίνα φαίνεται πως έχει αφήσει πίσω της τα κακώς έχοντα του κουμουνιστικού καθεστώτος, διατηρώντας παράλληλα το εθνικό αίσθημα του. Την ίδια ώρα, οι δρόμοι της χώρας χαρακτηρίζονται από τροχαία κίνηση και καταστήματα των πιο ακριβών και γνωστότερων επωνυμιών κάθε τομέα, και κυρίως προϊόντων πολυτελείας, δημιουργώντας μια καπιταλιστική και καταναλωτική αντίθεση. 


Στην περίπτωση της Σιτσουάν, γίνεται ένας συνδυασμός των πιο πάνω μαζί με το παραδοσιακό κομμάτι της χώρας. Από την αυτοκρατορική Κίνα στην κουμουνιστική, και από εκεί στην πιο σύγχρονη εκδοχή της, έχουν κρατήσει τον χαρακτήρα τους. Από εκεί αντλούν την δύναμη για να ανταπεξέλθουν στα προβλήματα (κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά), έχοντας πλήρη γνώση για τη θέση τους και το που θέλουν να βρεθούν αύριο. Οι οικονομικές πολιτικές ή έστω ο τρόπος ανάπτυξης της Κίνας μπορεί να αποτελέσει τη βάση και υλικό μελέτης για άλλες χώρες, έτσι ώστε να πετύχουν τη δική τους ανάκαμψη σε κάθε επίπεδο. 

Σπίτι και για τα Πάντα
Το Σιτσουάν αναδεικνύεται ως χώρος διαφύλαξης πολλών μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Mεταξύ αυτών, η κοιλάδα Jiuzhaigou, το όρος Emei και το γιγαντιαίο άγαλμα του Βούδα στο Leshan. Αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο φυσικό καταφύγιο άγριων γιγάντιων Πάντα. Για την ακρίβεια, εκεί ζει το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού των συμπαθέστατων θηλαστικών. Εξίσου σημαντική είναι και η Ερευνητική Βάση για τα Γιγάντια Πάντα στο Τσενγκντού, η οποία έχει σκοπό την προστασία και διατήρηση της άγριας ζωής. Ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1980 με μόλις 6 άρρωστα και υποσιτισμένα Πάντα. Σήμερα, το ερευνητικό κέντρο έχει αναθρέψει 143 γιγάντια πάντα, 214 νεαρά πάντα και διέσωσε άλλα 152 (μέχρι το 2015). Πάνω από 70 project του ερευνητικού κέντρου έχουν βραβευτεί για την επιστημονική πρόοδο στην προστασία των Γιγάντιων Πάντα, καθώς η ανατροφή τους και η επιβίωση είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση. Το ερευνητικό κέντρο το επισκέπτονται πάνω από 3 εκατ. τουρίστες ετησίως. 
 

Φωτογραφίες: CCN network (Alex Scott)

  Μάριος Ρούσσος   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...