Του Άριστου Κάτση
Ένα από τα «λάθη» που καταλογίζουν στον Μακάριο διάφοροι επικριτές του είναι το ότι, όπως υποστηρίζουν, αρνήθηκε να εντάξει την Κύπρο στο ΝΑΤΟ και προσθέτουν πως με την ένταξη αυτή η πατρίδα μας θα απέφευγε και την εισβολή και την κατοχή. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα; Στις 11 του Φλεβάρη του 1959 στη Ζυρίχη οι Πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας Καραμανλής και Μεντερές υπέγραφαν τα «κείμενα συμφωνιών κυρίων συναφθεισών μεταξύ των κ. κ. Καραμανλή και Μεντερές», που άρχιζαν με τα ακόλουθα (Νίκου Κρανιδιώτη, Δύσκολα χρόνια, Κύπρος, 1950-1960, σελ. 534):
«Η Ελλάς και η Τουρκία θα υποστηρίξουν την είσοδον της Δημοκρατίας της Κύπρου εις το ΝΑΤΟ.
Η εγκατάστασις βάσεων του ΝΑΤΟ εις την νήσον, ως και η σύνθεσις αυτών, εξαρτάται εκ της συμφωνίας των δύο κυβερνήσεων’’.
- Συνεφωνήθη μεταξύ των δυο Πρωθυπουργών ότι θα παρέμβουν παρά τω Προέδρω και Αντιπροέδρω της Δημοκρατίας της Κύπρου, αντιστοίχως, επί τω σκοπώ όπως τεθούν εκτός νόμου το κομμουνιστικόν κόμμα και η κομμουνιστική δράσις».
Στις 19 του Φλεβάρη στο Λονδίνο υπογράφτηκαν τα κείμενα που δημιουργούσαν την Κυπριακή Δημοκρατία. Το μόνο κείμενο που δεν υπογράφτηκε και παρέμεινε μυστικό ήταν η «συμφωνία κυρίων».
Ακολουθεί μια μεταβατική περίοδος για την Κύπρο, κατά την οποία ο Βρετανός κυβερνήτης παραμένει στη θέση του μέχρι τις 16 του Αυγούστου του 1960 που παραδίδει την εξουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στο μεταβατικό διάστημα οι Βρετανοί καλούνται να αποφασίσουν για τα δύο βασικά θέματα της «συμφωνίας κυρίων». Το ένα είναι η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, το άλλο είναι η απαγόρευση νόμιμης λειτουργίας του ΑΚΕΛ.
Πλεονεκτήματα της ένταξης
Το τέλος του 1959 η Επίσημη Επιτροπή για την Κύπρο (Cyprus Official Committee) του Λονδίνου άρχισε να συζητεί το θέμα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και ζήτησε τις απόψεις των αρχηγών των Επιτελείων.
Στις 5 του Γενάρη του 1960 οι αρχηγοί των Επιτελείων καθόρισαν σε έκθεσή τους τα «πλεονεκτήματα» κα τα «μειονεκτήματα» που θα είχε η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Όπως δείχνουν τα πρακτικά, ως πλεονεκτήματα θεωρήθηκαν τα πιο κάτω (Φανούλας Αργυρού, Ανδρέα Παπακωνσταντίνου, η Κύπρος στο σφυρί, σελ. 49): «Από αυστηρά στρατιωτικής άποψης δεν βλέπουμε κανένα πλεονέκτημα, όμως μέσα στα ακόλουθα πολιτικά πλεονεκτήματα συνυπάρχουν και στρατιωτικά θέματα.
⦁ Θα ενθαρρυνθεί η Κύπρος να θεωρεί τον εαυτό της ως δυτική παρά ως ουδέτερη χώρα της Μέσης Ανατολής.
⦁ Ίσως να αυξήσει την καλή θέληση και τη συνεργασία των Κυπρίων, δίχως την οποία η ομαλή λειτουργία των κυπριακών περιοχών και των εγκαταστάσεων του ΝΑΤΟ θα υπονομευθούν σημαντικά.
⦁ Θα διευκολύνει να αποφευχθεί οποιαδήποτε αποδυνάμωση των αγγλο-τουρκικών και αγγλο-ελληνικών σχέσεων που θα μπορούσε να συμβεί αν το Ηνωμένο Βασίλειο έφερνε ένσταση στην κυπριακή ένταξη στο ΝΑΤΟ.
⦁ Θα διευκολύνει την εφαρμογή των συμφωνιών αναφορικά με τα στρατεύματα. Αυτό είναι απίθανο να διασφαλιστεί με τις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις για στρατεύματα που δεν ανήκουν στην κοινοπολιτεία’’.
Μειονεκτήματα της ένταξης
Οι αρχηγοί των επιτελείων θεώρησαν ως μειονεκτήματα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ τα ακόλουθα (στο ίδιο βιβλίο, σελ. 50):
- Συμμετοχή στο ΝΑΤΟ θα έδινε το δικαίωμα στην Κύπρο να έχει φωνή στα στρατηγικά συμβούλια του ΝΑΤΟ. Λόγω δε του νόμου της ομοφωνίας, αυτό θα έδινε στην Κύπρο τη δύναμη του βέτο.
-Εκτός από τις διευκολύνσεις που ήδη παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο στο ΝΑΤΟ, η Κύπρος δεν έχει να προσφέρει τίποτα στρατιωτικά στο ΝΑΤΟ και πιθανόν να αποδειχθεί ως ενόχληση και τίποτα άλλο. Οι διευκολύνσεις που ήδη παραχωρούνται στο ΝΑΤΟ από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι σε χωριστές περιοχές, τον έλεγχο των οποίων πιθανόν να ζητήσει η Δημοκρατία της Κύπρου. Αυτές οι απαιτήσεις ίσως προεκταθούν και σε εγκαταστάσεις, όπως το αεροδρόμιο Λευκωσίας.
-Η προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ θα παρουσιάσει σοβαρό κίνδυνο ασφάλειας των σχεδίων και των εγγράφων, ειδικά λόγω της δύναμης του κομμουνιστικού κόμματος (ΑΚΕΛ).
-Συμμετοχή στο ΝΑΤΟ ίσως βοηθήσει τη Δημοκρατία της Κύπρου, αλλά πιθανόν για τους Τούρκους και τους Έλληνες να δημιουργηθούν πολιτικά προβλήματα αν το Ηνωμένο Βασίλειο θελήσει να χρησιμοποιήσει τις διευκολύνσεις στο νησί για καθαρά εθνικούς του σκοπούς εκτός Κύπρου».
Αντικρίζοντας τα «μειονεκτήματα» που έβλεπαν οι Βρετανοί επίσημοι από μια ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ μπορούμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα:
- Οι Βρετανοί δεν δέχονταν να έχει η Κύπρος φωνή στα στρατηγικά συμβούλια του ΝΑΤΟ και ανησυχούσαν από το δικαίωμα του βέτο που θα αποκτούσε.
- Εκτιμούσαν πως η Κύπρος «δεν είχε τίποτα να προσφέρει στρατιωτικά στο ΝΑΤΟ» και φοβούνταν πως πιθανό να ζητούσε να ελέγχει τις «διευκολύνσεις» που παραχωρούσε το Ηνωμένο Βασίλειο στο ΝΑΤΟ σε χωριστές περιοχές.
- Ο βασικότερος λόγος που ανησυχούσε τους Βρετανούς ήταν η δύναμη του ΑΚΕΛ που τη θεωρούσαν «σοβαρό κίνδυνο ασφάλειας των σχεδίων και των εγγράφων» του ΝΑΤΟ. Δηλαδή, δεν απέκλειαν το ΑΚΕΛ που ήταν εναντίον του ΝΑΤΟ να προχωρούσε σε διαρροή σχεδίων και εγγράφων της συμμαχίας.
Πως δικαιολόγησαν το όχι οι Βρετανοί στρατιωτικοί
Τα συμπεράσματα των Βρετανών στρατιωτικών αρχηγών για το θέμα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ καταγράφονται στο βιβλίο που έχουμε ήδη αναφέρει (σελ.50-51).
Η επιτροπή των αρχηγών των Επιτελείων κατέληξε στο συμπέρασμα πως: «Η Κύπρος δεν έχει τίποτα περισσότερο να προσφέρει , αφού η Ελλάδα και η Τουρκία ήδη προσφέρουν στο ΝΑΤΟ».
Η επιτροπή συνεχίζοντας αναφέρει: «Από τα προαναφερθέντα βγάζουμε το συμπέρασμα ότι τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ είναι ελάχιστα. Από την άλλη πλευρά, ίσως να υπάρξουν σοβαρά μειονεκτήματα τόσο για την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας όσο και για το ΝΑΤΟ αν δώσουμε στην Κύπρο λόγο στα στρατιωτικά συμβούλια του ΝΑΤΟ, κάτι που θα μπορούσε να εξασκηθεί με ένα βέτο για τα στρατιωτικά σχέδια της συμμαχίας. Εν πάση περιπτώσει, τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ στην Κύπρο θα μπορούν να επιβλέπονται από τις τρεις δυνάμεις με ειδικές ευθύνες στη νήσο».
Οι στρατιωτικοί επιτελείς επαναλάμβαναν πως στρατιωτικά η Κύπρος δεν είχε να προσφέρει τίποτα το ιδιαίτερο στο ΝΑΤΟ, εξέφραζαν και πάλι το φόβο τους από το βέτο που θα είχε η Κύπρος αν γινόταν μέλος και ανέφεραν πως Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία θα μπορούσαν να ‘επιβλέπουν’ τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ στην Κύπρο.
Τέλος, τόνιζαν τον κύριο λόγο για τον οποίο αντιδρούσαν στην ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, με τα πιο κάτω λόγια:‘Οι κίνδυνοι ασφάλειας που θα επιφέρει η προσχώρηση της Κύπρου στα σχέδια του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα όσον αφορά την ισχυρή δύναμη του ΑΚΕΛ στην Κύπρο, θα είναι δύσκολο να ξεπεραστούν’.
Η τελική απόφαση της Βρετανίας ήταν πως τα μειονεκτήματα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ ήταν περισσότερα από τα πλεονεκτήματα και άρα απέκλεισαν αυτή την ένταξη.
Γράφουν η Φανούλα Αργυρού και ο Ανδρέας Παπακωνσταντίνου (στο ίδιο, σελ.51): ‘Οι Βρετανοί κατά τη διάρκεια του 1960 έβλεπαν ως πολύ σοβαρό το θέμα της ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Όμως πίστευαν ότι βλέποντας τα πράγματα αποκλειστικά από πλευράς ΝΑΤΟ δεν θα ήταν σοφό να συμπεριληφθεί η Κύπρος στη συμμαχία του ΝΑΤΟ, ειδικά σε σχέση με τη δύναμη του ΑΚΕΛ στην Κύπρο, η οποία φοβόντουσαν ότι θα ενδυναμωνόταν ακόμα περισσότερο στο μέλλον’.