Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η Κυπριακή Δημοκρατία αποτέλεσμα των διαφορετικών συμφερόντων και των γεωπολιτικών δεδομένων, πέρασε από την αρχή μέσα από συμπληγάδες. Δέχθηκε πιέσεις, υπονομεύσεις, επιθέσεις για διάλυσή της. Ακόμη και πριν τεθούν σε ισχύ οι συμφωνίες.

Συνήθως, η ανεξαρτησία μιας χώρας, η ίδρυση κράτους, εγκαινιάζει μια νέα εποχή και δημιουργεί ελπίδες. Στην περίπτωση της Κύπρου το νέο κράτος είχε προβλήματα, συντηρούσε αντιπαραθέσεις και κουβαλούσε από την αφετηρία συνταγές αποτυχίες.

Ήταν, όμως, κι ένα κράτος, το οποίο αρχικά δεν αγαπήθηκε. Ίσως επειδή δεν θεωρήθηκε ότι ήταν ο τελικός στόχος. Εξ’ ου και αντιμετωπίσθηκε ως μεταβατικό στάδιο, σταθμό, που η συνέχεια θα ήταν διαφορετική.

Στην ελληνική πλευρά η Ένωση, το ανεκπλήρωτο όραμα γενεών, που αποτελούσε μέρος ενός παγκόσμιου κινήματος για αυτοδιάθεση των λαών, παρέμεινε στον ορίζοντα. Την ίδια ώρα, όμως, δεν υπήρξε από ελληνικής πλευράς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο. Γι’ αυτό και έγιναν τραγικά λάθη. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν επιχείρησε συστηματικά και μεθοδευμένα, στρατηγικά, να ενσωματώσει στο νέο κράτος ολόκληρο τον πληθυσμό. Αν και το εγχείρημα ήταν δύσκολο, καθώς η Τουρκία είχε στρατηγική ελέγχου των Τουρκοκυπρίων, είναι πρόδηλο ότι δεν υπήρξε κρατική πολιτική για τους Τουρκοκύπριους.

Από τα πρώτα βήματα του κράτους, η Άγκυρα χρησιμοποιώντας τους Τουρκοκύπριους προσπαθούσε να οδηγήσει το κράτος σε αδιέξοδα, ώστε να διευκολυνθεί ο σχεδιασμός της για διαχωρισμό του νησιού. Οι τουρκικές μεθοδεύσεις σε πολιτικό επίπεδο για υπονόμευση του νεοσύστατου κράτους, ο εξοπλισμός και η εκπαίδευση των Τ/κ στα όπλα εντάσσονταν σε έναν συνολικό σχεδιασμό. Είναι ξεκάθαρο από τα γεγονότα ότι πριν ακόμη λειτουργήσει το κράτος η Τουρκία επιδίωκε την κατάργησή του, τη διάλυσή του. Τα τουρκικά σχέδια διευκόλυναν και οι αδυναμίες των εκάστοτε διαχειριστών στη Λευκωσία αλλά και στην Αθήνα.

Ο βρετανικός ρόλος

Οι Βρετανοί, διά της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε», ήθελαν να διασφαλίσουν την εσαεί παρουσία τους στο νησί. Ακόμη και από την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ είχαν διαμορφωθεί διάφορα σενάρια πολιτικής, που μέσα από το διαχωρισμό, τιςαντιπαραθέσεις, αναδείκνυαν το δικό τους ρόλο.

Μεταξύ των βρετανικών εγγράφων, που δημοσιοποιήθηκαν ήταν κι αυτό για το Περί Διχοτόμησης Δέσμευση (Partition Pledge). Στο έγγραφο αναφέρεται ότι ποτέ δεν είχε παραχωρηθεί στους Τουρκοκύπριους το μονομερές και χωρίς όρους δικαίωμα διχοτόμησης του νησιού. «Αυτό που έχουμε πει είναι το εξής: αν η αυτοδιάθεση εφαρμοστεί και αν εσείς οι Τουρκοκύπριοι δε συμφωνείτε με την απόφαση της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας, τότε και μόνο τότε μπορείτε να επιλέξετε να μην αποδεχθείτε την απόφαση αυτή και να ασκήσετε το δικαίωμά σας σε διαφορετική αυτοδιάθεση, που θα οδηγούσε, αν το επιθυμείτε, σε διχοτόμηση. Με άλλα λόγια, εφόσον υπάρχει αυτοδιάθεση, θα υπάρχει επιλογή διχοτόμησης. Αλλά μη αυτοδιάθεση σημαίνει μη διχοτόμηση» ( τα έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν από το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων το Σεπτέμβριο του 2013).

Το βρετανικό αφήγημα- παγίδα ήταν ξεκάθαρο: Εάν οι Κύπριοι επέμεναν σε αυτοδιάθεση, αυτή θα ασκείτο χωριστά από Έλληνες και Τούρκους!

Είναι πρόδηλο ότι αυτό που προέκυψε το 1960 ήταν ένα δοτό Σύνταγμα, το οποίο ο κυπριακός λαός ουδέποτε κλήθηκε να επικυρώσει με τη ψήφο του.

  • Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας αντικαθίσταται από τη δυαδική αρχή, η οποία χαρακτηρίζει τις βασικότερες διατάξεις του.
  • Το Σύνταγμα χωρίζει τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας σε δυο κοινότητες: την ελληνική και τουρκική.
  • Το Σύνταγμα στηρίζεται στην πολιτική λειτουργία δυο αριθμητικά άνισων κοινοτήτων, χωρίς όμως να διασφαλίζει με οποιονδήποτε τρόπο πώς θα ρυθμίζονται οι διάφορές σε περίπτωση που η μία ή και οι δυο κοινότητες αρνούνται να συνεργαστούν.

( πηγή: ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ).

Αυτή η στρέβλωση οδήγησε στα 13 σημεία του Μακάριου, που επιχείρησε να κάνει διορθωτικές κινήσεις, για να λειτουργήσει το κράτος. Αν και ενθαρρύνθηκε από τους Βρετανούς, η πρόθεση του να υποβάλλει προτάσεις αλλαγής του συντάγματος, προκάλεσε την αντίδραση της τουρκικής πλευράς, που ανέμενε την ευκαιρία. Με αφορμή την πρόθεση ( όχι την επιβολή) του Μακάριου να θέσει προς συζήτηση αλλαγές, η Τουρκία οργάνωσε την τουρκοκυπριακή ανταρσία και την αποχώρηση από το κράτος, των Τουρκοκυπρίων.

Το παρασκήνιο των Συμφωνιών

Στο βιβλίο, «Σπύρος Κυπριανού στην μάχη της ιστορίας όπως την έζησα, τόμος Α΄ 1932-1956»,  που αποτελεί κατάθεση και βιογραφία του δεύτερου Προέδρου της Δημοκρατίας, αναφέρεται ότι τοελλαδικό δόγμα, τότε, του «ανήκομεν εις την Δύσιν» προνοούσε ότι το Κυπριακό έπρεπε να λυθεί εντός αυτών των πλαισίων και, προπαντός, να μην το  θέτει σε κίνδυνο. Αναγνωρίζοντας ακριβώς αυτά τα αδιέξοδα, αλλά και το γεγονός ότι στα Ηνωμένα Έθνη το αμερικανο-βρετανικό μπλοκ, παρά τις επιμέρους εσωτερικές διαφορές τους, εμπόδιζε την υιοθέτηση από την Γενική Συνέλευση ικανοποιητικών ψηφισμάτων επί των ελληνικών προσφυγών, ο Μακάριος, σύμφωνα με τον Κυπριανού,  αναγκάστηκε να υιοθετήσει την γραμμή της Ανεξαρτησίας. Γνώριζε ότι η ελληνική κυβέρνηση ευνοούσε την γραμμή της Ανεξαρτησίας, αλλά η κυβέρνηση Καραμανλή δεν ήθελε να μοιραστεί την ευθύνη της εγκατάλειψης της γραμμής της Αυτοδιάθεσης-Ένωσης. Όπως σημείωσε ο Σπύρος Κυπριανού,την ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο Μακάριος, όπως συνήθιζε να πράττει στις δύσκολες στιγμές.
Τα όσα συνέβησαν στην Πενταμερή Διάσκεψη, κατά την οποία υπογράφηκαν οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, ήταν για τον Μακάριο μία πάρα πολύ οδυνηρή εμπειρία, αναφέρει ο Σπύρος Κυπριανού. Όπως αφηγείται ο πρώην Πρόεδρος, ο Μακάριος δεν περίμενε ποτέ την απειλή του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή ότι η Ελλάδα θα τερμάτιζε την συμπαράστασή της στον αγώνα της Κύπρου εάν ήγειρε ο Αρχιεπίσκοπος επιφυλάξεις ή δεν αποδεχόταν τις Συμφωνίες της Ζυρίχης ως είχαν, επιζητώντας βελτιώσεις στα εξαιρετικά επικίνδυνα σημεία τους. Ούτε, φυσικά, την συμπεριφορά του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου Αβέρωφ κατά την διάρκεια των εργασιών της Πενταμερούς Διάσκεψης, ο οποίος στην ουσία επανέλαβε, δύο φορές με διαφορετικά λόγια, αλλά επισήμως, εντός των Πρακτικών και ενώπιον των υπουργών Εξωτερικών Βρετανίας και, προπαντός της Τουρκίας, την απειλή εγκατάλειψης των Ελληνοκυπρίων και τις επικρίσεις της Ελλάδας για τις επιφυλάξεις του Μακαρίου.
Σύμφωνα με τον Κυπριανού, το γεγονός ότι ο Μακάριος αποφάσισε, παρά τις ελληνικές αντιδράσεις, να θέσει ενώπιον της Πενταμερούς Διάσκεψης τις επιφυλάξεις του ήταν χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. «Δεν μπορούσε να αποδεχθεί ένα τελεσίγραφο χωρίς να πει αυτά που πίστευε και για τα οποία, εκ των υστέρων,αποδείχθηκε ότι είχε απόλυτοδίκαιο. Υπέγραψε τις Συμφωνίες, παραμερίζοντας τις διαφωνίες του, γιατί, αν δεν τις υπέγραφε, αυτό που θα επακολουθούσε θα ήταν πολύ χειρότερο και θα οδηγούσε στην καταβαράθρωση των αγώνων και των θυσιών του ελληνισμού της Κύπρου. Όντας δίπλα του, όλες εκείνες τις κρίσιμες ώρες των διλημμάτων στην διάρκεια της Πενταμερούς Διάσκεψης, είχα καταλάβει ότι πρόθεση του Αρχιεπισκόπου ήταν τελικά να υπογράψει τις Συμφωνίες».

Ο Μακάριος έκλεισε, σχεδόν αμέσως, το ρήγμα που δημιουργήθηκε μεταξύ του ιδίου και της ελληνικής κυβέρνησης λόγω των επιφυλάξεων που είχε εκφράσει στην Πενταμερή Διάσκεψη. Και αυτό γιατί στην απαρχή του νέου κράτους, και όπως πάντα, η Ελλάδα θα εξακολουθούσε να είναι το βασικό μας στήριγμα. Όπως και σήμερα.

Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί πως κατά τις ελλαδοτουρκικές συζητήσεις το 1959 για την ανεξαρτησία της Κύπρου, η Αθήνα μπροστά στην επιμονή της Άγκυρας να της παραχωρηθεί στρατιωτική βάση, υπό τουρκική κυριαρχία, μόνη διασφάλιση, κατά την γνώμη τους, εναντίον της Ενώσεως ή της επικρατήσεως του κομμουνισμού στην Κύπρο, προβλήθηκε το θέμα των εγγυήσεων.

Ο  τελικός συμβιβασμός έγινε με την αποδοχή να μην παραχωρηθεί καμία βάση, αλλά: α) να υπογραφεί συνθήκη εγγυήσεως στην οποία να συμμετάσχει και η Αγγλία β) να συνομολογηθεί συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ελλάδος, Τουρκίας και Κύπρου,  η οποία πρόβλεπε την παραμονή στρατιωτικών αποσπασμάτων από την Ελλάδα και την Τουρκία στην Κύπρο και τη δημιουργία ενός τριμερούς στρατηγείου το οποίο, θεωρητικά, δεν θα είχε καμία σύνδεση με την συνθήκη εγγυήσεως. (Άγγελος Σ. Βλάχος, Δέκα Χρόνια Κυπριακού, σελ. 240-241).  Ό,τι χειρότερο δηλαδή.

1964 και 1974, γεγονότα, συγκυρίες

και η ανάδειξη της σημασίας του κράτους

Δυο ιστορικές συγκυρίες και γεγονότα ανέδειξαν τη σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Έλληνες της Κύπρου συνειδητοποίησαν μερικώς τη σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1964, κυρίως μετά που εξασφαλίσθηκε το σωτήριο ψήφισμα 186/64 για την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, το οποίο κλείδωνε τη συνέχεια τού ενός και μοναδικού αναγνωρισμένου κράτους της χώρας. Τη σημασία της Κυπριακής Δημοκρατίας την αισθάνθηκαν όλοι το 1974, όταν μόνοι απέναντι σε μια πανίσχυρη στρατιωτικά δύναμη, την Τουρκία, έδιναν μάχη επιβίωσης. Ευτυχώς, λέγεται εκ των υστέρων, που έχουμε κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο γιατί θα μας εξαφάνιζαν και δεν θα αντιδρούσε κανείς.

Σε αυτή την πορεία δραστικά επηρέασαν οι εκ των έσω υπονομεύσεις του κράτους. Υπονομεύσεις από τη χούντα και τους ανθρώπους της στην Κύπρο, την ΕΟΚΑ Β, που ροκάνιζαν τα θεμέλια του κράτους. Αποκορύφωμα των υπονομεύσεων το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, που οδήγησε πέντε ημέρες μετά στην τουρκική εισβολή. Αποτελούσε την κορύφωση μιας σειρά γεγονότων και σχεδιασμών, συνεννόησης μεταξύ διαφορετικών κρατών, που από τη δική τους οπτική γωνία στόχευαν στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τεκμηριώνεται πλέον με έγγραφα ότι υπήρξε συνεννόηση ΗΠΑ, Τουρκίας και χούντας για τους σχεδιασμούς του Ιουλίου του 1974 και για την πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής.