Το όνειρο για μια διαφορετική ζωή λόγω ρατσιστικών συμπεριφορών, ανάμεσα σε ήχους που πέφτουν σαν καρφιά και ανθρώπους που αντιμετωπίζουν άλλους ανθρώπους ως εθνολογικό αξιοπερίεργο, είναι η ταινία που βραβεύτηκε το 2017 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

«Ονομάζεται kolt», λέει βλέποντάς με να κοιτώ με απορία το φόρεμά της. Η Lene Cecilia, η πρωταγωνίστρια του «Sami Blood», της ταινίας που κέρδισε το φετινό LUX Price την περασμένη Τρίτη στο Στρασβούργο, κάθεται απέναντί μου φορώντας το παραδοσιακό φόρεμα των Sami. Βασιλικό μπλε, με ανάγλυφα σχέδια ενώ στον ποδόγυρο και τη μέση υπάρχουν λωρίδες από κόκκινο και μια απόχρωση του μπλε. Δίπλα, η ανήλικη αδελφή της, η Mia Erika που επίσης συμμετέχει στην ταινία, φοράει ένα ίδιο φόρεμα σε ένα λαμπερό ροζ με κόκκινες και μπλε λεπτομέρειες. «Δεν τα φοράμε συνέχεια παρά μόνο σε μεγάλες γιορτές. Αυτό που φοράω σήμερα το είχα βάλει και στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας πριν ένα χρόνο. Βλέποντας το kolt μου μπορείς να δεις από πού προέρχομαι ενώ παρατηρώντας τα χρώματα μπορείς να μάθεις για την οικογένειά μου, αν είμαι ενήλικη ή παιδί». Το έραψε μόνη της όπως και αυτό της αδελφής της. «Αυτά βέβαια είναι μοντέρνα kolt μιας και τα προσαρμόσαμε στο σήμερα. Μάλιστα, το ύφασμα του ροζ φορέματος το είχα πάρει απ’ το Τόκιο όταν είχα πάει για την εκεί πρεμιέρα της ταινίας». 

Η φυλή της, αυτή των Sami, ζει στο βόρειο τμήμα της Σουηδίας και ουσιαστικά είναι ένας αυτόχθων αρχαίος λαός της χώρας. Και αυτό δείχνει η -βραβευμένη πλέον- ταινία. Ουσιαστικά, όλα ξεκινάνε όταν μια ηλικιωμένη γυναίκα συνοδεύει τον γιο της στον τόπο καταγωγής της, στο βόρειο τμήμα της Σουηδίας, για την κηδεία της αδερφής της. Δεν έχει καμία διάθεση να ξαναβρεί την οικογένεια και την κοινότητα των Sami, που εγκατέλειψε σε πολύ νεαρή ηλικία. Φτάνοντας εκεί, οι αναμνήσεις επιστρέφουν: μόλις είχε μπει στην εφηβεία όταν υπέστη διάφορους εξευτελισμούς από συντηρητικούς Σουηδούς, πάλεψε να αναγνωριστεί ως ισότιμη και κατέληξε να αλλάξει ταυτότητα για να αποφύγει ένα μέλλον χωρίς καμία προοπτική. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, η αποκήρυξη της καταγωγής της, της φαίνεται ψέμα απέναντι στον ίδιό της τον εαυτό. «Αυτή είναι η πρώτη μου ταινία και ήθελα πολύ να συμμετάσχω. Καταρχάς πρόκειται για την ιστορία των Sami και αυτό είναι το πρώτο φιλμ που γίνεται γι’ αυτούς, στη γλώσσα τους, η οποία είναι και η δική μου γλώσσα. Επίσης, ήταν κάτι νέο και διασκεδαστικό». 

Στην ταινία το bullying και ο ρατσισμός εκφράζονται ανοιχτά αφού παρακολουθούμε τους Σουηδούς να βλέπουν τους Sami σαν εθνολογικό αξιοπερίεργο. Μάλιστα, απ’ τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας ήταν όταν τα παιδιά περιμένουν ότι θα έρθει στο σχολείο ο βασιλιάς ή βασίλισσα της Σουηδίας και ξαφνικά βλέπουν μπροστά τους έναν επιστήμονα και έναν φωτογράφο. Ο μεν πρώτος έρχεται για να συλλέξει ανθρωπομετρικά δεδομένα (περίμετρο κρανίου, μήκος μύτης κ.λπ.) και ο δεύτερος φωτογραφίζει το σωματότυπο των παιδιών που ποζάρουν γυμνά. Οι ήχοι σκάνε σαν καρφιά και η πρωταγωνίστρια βιώνει το ξεγύμνωμα σαν ταπείνωση: αυτοί οι άνθρωποι δεν ήρθαν να συναντήσουν νεαρούς σουηδούς πολίτες, κάθε άλλο· ήρθαν για να εξετάσουν τους εκπροσώπους μιας εθνοτικής ομάδας, όπως εξετάζει κανείς ένα κοπάδι ζώων.

«Αυτή σίγουρα ήταν μια απ’ τις πιο δύσκολες σκηνές της ταινίας. Και ήταν δύσκολη γιατί ήξερα ότι πριν μερικά χρόνια αυτά γινόντουσαν στ’ αλήθεια. Κάποτε πλήγωναν στ’ αλήθεια αυτούς τους ανθρώπους. Προσπάθησα λοιπόν να σκεφτώ πώς θα ένιωθαν αυτά τα παιδιά που τα έκαναν να νιώθουν κατώτερα… Τους έκαναν να νιώθουν ότι δεν ήταν κανονικοί άνθρωποι». Αναρωτιέμαι δυνατά ποιες άλλες δυσκολίες εντόπισε.

«Εκείνο που με δυσκόλεψε ήταν ότι έπρεπε να εγκαταλείψω τις ρίζες μου, να φύγω απ’ την οικογένειά μου. Είναι εντελώς ξένο συναίσθημα… Το ότι κάθομαι εδώ και είμαι μαζί σου σε μια άλλη χώρα, δεν φανερώνει ότι άφησα κάτι πίσω μου. Κουβαλάω μαζί μου το ποια είμαι και την ιστορία μου». Και σήμερα; Πώς βλέπει τα πράγματα; Εξακολουθεί να υπάρχει ρατσισμός για την κοινότητά της; «Σαφώς. Δεν πρέπει να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι δεν υπάρχει ακόμη ρατσισμός. Πάντα πρέπει να παλεύουμε για τα δικαιώματά μας και για τους εαυτούς μας. Το πιο σημαντικό είναι να έχουμε τη γη μας και να προστατεύουμε τους ταράνδους μας. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν πολλά για εμάς και όλοι έχουμε τα στερεότυπά μας. Αυτά πρέπει να ξεπεράσουμε». 

Τα βραβεία Lux

Ο πολιτισμός διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην οικοδόμηση των κοινωνιών μας. Στο πνεύμα αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθιέρωσε το 2007 το LUX FILM PRIZE. Επιδίωξή του είναι να ενισχύσει τη διανομή ευρωπαϊκών ταινιών σε όλη την Ευρώπη και να δώσει έναυσμα για διάλογο σε ευρωπαϊκό επίπεδο πάνω σε μείζονα κοινωνικά ζητήματα. Ο Αντόνιο Ταγιάνι, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δήλωσε πως «το βραβείο LUX είναι πρωτοπόρο στην προώθηση του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, της δημιουργικής μας βιομηχανίας και της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας μας. Η έβδομη τέχνη γεννήθηκε εδώ, στην Ευρώπη. Ο κινηματογράφος είναι η κινητήρια δύναμη του πολιτισμού, των αξιών και του διαλόγου. Το φετινό βραβείο ανοίγει το δρόμο για ένα επιτυχημένο 2018 που έχει ονομαστεί έτος ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν αποτελείται μόνο από τη λογοτεχνία και την τέχνη. Αποτελείται και από τις ιστορίες που αφηγούμαστε και τις ταινίες που παρακολουθούμε. Είναι ο ιστός της ζωής μας».