Κυκλοφόρησε αυτόν τον καιρό το ογκωδέστατο βιβλίο-διατριβή του Κυριάκου Ιωάννου (εκδόσεις Ηλία Επιφανίου) για τα εκδοτικά προβλήματα του ποιητικού έργου του Βασίλη Μιχαηλίδη (αγαθή συγκυρία αφού συμπίπτει, αυτές μάλιστα τις μέρες, με τα 100 χρόνια από τον θάνατό του), με ιδιαίτερη αναφορά στο εμβληματικό από όλες τις απόψεις ποίημα 9η Ιουλίου, που καθιέρωσε τον Λευκονοικιάτη ποιητή στις συνειδήσεις των Κυπρίων ως εθνικό ποιητή.

Η εργασία του Κυριάκου Ιωάννου, όπως γενικώς οι φιλολογικές εργασίες του, χαρακτηρίζεται από μεθοδικότητα, πρωτοτυπία σκέψης, αλλά και διεισδυτική ματιά, ώστε είδε προβλήματα εκεί που δεν τα εντόπισαν άλλοι, εξάντλησε τη βιβλιογραφία, αλλά και τις πηγές, ενέκυψε πάνω από τα εκδοτικά προβλήματα και έφερε στο φως άγνωστες λεπτομέρειες, ακόμα και ποιήματα αδημοσίευτα ή χαμένα, εντόπισε ανακολουθίες και μας παρουσιάζει με τον αρτιότερο ώς σήμερα τρόπο τη δουλειά του σημαντικού αυτού ποιητή της Κύπρου, αλλά και του Ελληνισμού.

Ειδικά, στην ανάλυση του ποιήματος της 9ης Ιουλίου υπάρχει ξεχωριστό τμήμα για τη γλώσσα, που καταλαμβάνει 45 σελίδες συν μερικές σελίδες για τη στιχουργία, όπου ο συγγραφέας, αν και επισημαίνει από την αρχή ότι δεν είναι γλωσσολόγος, στην πραγματικότητα μάς δίνει με έναν πολύ λεπτομερή τρόπο τα σχετικά με τη γλωσσική δομή του ποιήματος σε όλα τα επίπεδα: φωνολογικό (εδώ εξετάζονται όλα τα πάθη των φωνηέντων και των συμφώνων όπως ανευρίσκονται στο ποίημα), τονισμού, μορφολογικό (που αφορά όλες τις ιδιαιτερότητες στα μέρη του λόγου), λεξιλόγιο (με μια και πάλι πολύ αναλυτική χαρτογράφηση των ποικίλων λεξιλογικών δομών που συναντάμε στο ποίημα), σύνταξη, στοιχεία ύφους, αλλά και στα σχετικά με τη στιχουργία θίγοντας θέματα όπως ο διασκελισμός, οι παρατονισμοί, φαινόμενα όπως η χασμωδία και η συνίζηση, η ομοιοκαταληξία. H γλωσσική αποτύπωση του ποιήματος λειτουργεί έτσι ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα γλωσσικά φαινόμενα της κυπριακής διαλέκτου εν τοις πράγμασι και δείχνουν τελικά την ίδια τη γλωσσοπλαστική ικανότητα τόσο του ποιητή όσο και της ίδιας της διαλέκτου στο πεδίο της λογοτεχνίας. 

Ένα άλλο άξιο λόγου από γλωσσολογικής απόψεως στοιχείο της έκδοσης είναι ο ερμηνευτικός και ετυμολογικός πίνακας λέξεων που καταλαμβάνει 32 σελίδες, από τη 973 μέχρι τη 1.005. Εδώ λημματογραφούνται αλφαβητικά όλες οι λέξεις που απαντώνται στο ποίημα και ερμηνεύονται ενδοκειμενικά, δηλαδή με βάση τη σημασία που έχουν στο ίδιο το ποίημα, που κάποτε είναι διαφορετική από τη γενική, παραδομένη σημασία, ενώ ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολογική προσέγγιση δύσκολων λέξεων με αναδίφηση της σχετικής βιβλιογραφίας, αλλά και προσωπικό μόχθο του ίδιου του συγγραφέα. Και όσοι ασχολήθηκαν με την ετυμολογία ξέρουν πόσο δύσκολη και επικίνδυνη από επιστημονικής άποψης εργασία είναι. Και από μόνη της αυτή η εργασία αποτελεί συνεισφορά στη γλωσσική έρευνα για την κυπριακή διάλεκτο και φυσικά για το σύμπαν του Βασίλη Μιχαηλίδη, γιατί ο κόσμος μας δεν είναι παρά οι λέξεις μας και στην ποίηση αυτή η διάσταση καταλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη αξία.  

Θα έρθω και σε μερικές παρατηρήσεις που έχουν αναταράξει τα ύδατα της μιχαηλιδικής φιλολογίας, γιατί ανέτρεψαν πάγιες αντιλήψεις μας για τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων, σε μερικούς από τους πιο εμβληματικούς στίχους της 9ης Ιουλίου και οι οποίοι έχουν επίσης σημαντικό γλωσσικό ενδιαφέρον. 

Χρησιμοποιεί για την ανάλυσή του το πολύτιμο χειρόγραφο της «9ης Ιουλίου…» το οποίο απόκειται στο αρχείο του Αιμ. Χουρμούζιου στην Αθήνα το οποίο, όπως υποδεικνύει ο συγγραφέας, είναι θεωρημένο από τον ίδιο τον Β. Μιχαηλίδη, αφού υπάρχουν διάστιχες διορθώσεις γραμμένες από το χέρι του ποιητή, κάτι που σημαίνει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της εκδοτικής επιστήμης, το συγκεκριμένο χειρόγραφο προσλαμβάνει την αξία αυτογράφου. 

Ωστόσο στην έντυπη μορφή του ποιήματος, η οποία περιλαμβάνεται στην έκδοση των Ποιημάτων του 1911, παραδίδεται η γραφή «Κκιόρογλους»: Στον στ. 481 της «9ης Ιουλίου…» το χειρόγραφο παραδίδει τη γραφή «Κάρκογλους». Έτσι λύνεται το «μυστήριο» πώς ο αρχικά «με καλό γάλα βυζασμένος» Κιόρογλου γίνεται αιμοσταγής δυνάστης. Απλούστατα γιατί είναι… κάποιος άλλος!

Στους εμβληματικούς στίχους 180 («Η ρωμιοσύνη εννά χαθεί…») και 183 («αμμά ’ξερε πως ίλαντρον…») της «9ης Ιουλίου…» το χειρόγραφο παραδίδει τη γραφή «όντες» (αντί το «όντας» που χρησιμοποιούσαμε ώς σήμερα), που είναι και πάλι χρονικός σύνδεσμος που σημαίνει «όταν». Κάποιοι επισήμαναν ότι αυτή η λέξη ως χρονικός σύνδεσμος δεν υπάρχει στα λεξικά της κυπριακής διαλέκτου. Καιρός λοιπόν να συμπεριληφθεί.

Ο γλωσσικός αυτό τύπος χρησιμοποιείται ήδη από τον Μεσαίωνα, αλλά, π.χ., και από άλλους σημαντικούς διαλεκτικούς ποιητές, όπως λ.χ. τον Παύλο Λιασίδη.

Η εργασία αυτή με μεγάλη φιλολογική οξυδέρκεια λύνει εν τέλει πολλά από τα προβλήματα της εκδοτικής παράδοσης του μιχαηλιδικού έργου.